Στρατιωτάκια ακούνητα [Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης]

κοζάνη, ειδήσεις, νέα, Πτολεμαΐδα Και τώρα που σε βρήκα, λέω ότι ήρθε, επιτέλους, η ώρα να λογαριαστούμε. Οι δυο μας, εγώ και εσύ, εσύ και εγώ, εδώ και τώρα. Κάτω απ’ τα σεντόνια ή πάνω στην ταράτσα ή μέσα στην οθόνη του υπολογιστή. Όπου τέλος πάντων αγαπάει η καρδιά σου. Αρκεί να τελειώσει μια και καλή ό,τι άρχισε σε κείνον τον ξενώνα. Με το σκονισμένο πάτωμα, τα φτερά της λιβελούλας, τα κάδρα με τους άπαντες απόντες συγγενείς, την ψόφια μέλισσα που δεν ήτανε και τόσο ψόφια και μ’ εμένα, βεβαίως, που δεν ήμουν πια εγώ.

Δεν χρειάστηκε πολύ να καταλάβω ότι κάτι κακό συνέβαινε εκεί μέσα, ύπουλα, ανεπανόρθωτα και οδυνηρά. Σαν το κεντρί της μέλισσας που κέντρισε το δάχτυλό μου, τρέποντας σε άτακτη φυγή απ’ το μυαλό μου όλους τους άθλους του Ηρακλή, για να μείνω μονάχος στο κρεβάτι, κάτω απ’ την οθόνη του ταβανιού. Όπου πολύ πυκνά νέφη από μαύρα στίγματα, σκουρόχρωμες κηλίδες και ακανόνιστα γεωμετρικά σχήματα άρχισαν να σκιάζουν τις παιδικές αιθρίες της ζωής μου με τα κοντά παντελονάκια, την παπάρα στο αχνιστό γάλα, τις ασκήσεις πρόσθεσης με τη βοήθεια των δαχτύλων και το κρυφτό στην πλατεία ή τα στρατιωτάκια ακούνητα στο ηρώο.

Λέω για τους ατετραγώνητους κύκλους της ζωής μου, ή για να είμαι πιο ακριβής, λέω για ό,τι απέμεινε από τα αρχικά μου σχήματα ύστερα απ’ τις μάταιες προσπάθειες της γεωμετρικής επιστήμης για να τα τετραγωνίσει. Κάτι ψυχεδελικές δηλαδή μορφές με ζουληγμένες πλευρές και συμπιεσμένα πλάγια, επιμήκεις και οβάλ σαν τα χρησιμοποιημένα προφυλαχτικά ή σαν τη σήραγγα της Μουργκάνας στην Εγνατία Οδό ή ακριβέστερα σαν τα τούνελ που ανοίγουν κάτω απ’ το πάτωμα οι φυλακισμένοι για να δραπετεύσουνε απ’ το κελί τους. Σκάβοντας ολονυχτίς με ένα σκουριασμένο κουτάλι ή μ’ ένα ξεδοντιασμένο πιρούνι που έκλεψαν από τα μαγειρεία. Χρίτσι-χρίτσι, χρίτσι-χρίτσι. Όπως εκείνο το απαίσιο τέρας της ντουλάπας με το κεφάλι νυχτερίδας, το σώμα κατσαρίδας και τις δαγκάνες σκορπιού, που δεν έχει πάψει από τότε ούτε μία μέρα να σκάβει στο μυαλό μου. Χρίτσι-χρίτσι, χρίτσι-χρίτσι. Επαναφέροντας ενώπιόν μου το ίδιο και το αυτό ερώτημα δεκαετίες τώρα όσον αφορά τον λόγο, το νόημα και κυρίως τον προορισμό της δικής μου προσπάθειας να δραπετεύσω.  

Πολύ θα με βόλευε να υποκριθώ ότι ξέρω, μπας και καταφέρω με το μπίρι μπίρι να πείσω τον εαυτό μου ότι στα αλήθεια ξέρω. Και τακτοποιώντας τα γυαλιά της πρεσβυωπίας μου να επανέλθω στις ιστορικές μου έρευνες γύρω απ’ την κλασική αρχαιότητα και τα ελληνιστικά χρόνια, την Παλαιολόγια Αναγέννηση και τα κορακίστικα του Κοραή. Προκειμένου να τραβήξω νοητές γραμμές ανάμεσα στο χτες και στο σήμερα και να σχεδιάζω την μεγαλεπήβολη πορεία μου στο αύριο, φουσκώνοντας σαν παγώνι γι’ αυτή την ατελεύτητη διαδοχή του γένους απ’ όπου προέκυψα και εγώ. Σοβαρός, περήφανος και αθεράπευτα υψοφοβικός, έτσι όπως ξαπλώνω ολημερίς στο κρεβάτι μου, προσπαθώντας να ισορροπήσω πάνω απ’ όλα τα κρυμμένα χάη του μυαλού μου και μέσα σ’ όλους τους ατετραγώνητους κύκλους της ζωής μου.

Αλλά στην πραγματικότητα δεν ξέρω. Και δεν ντρέπομαι καθόλου να δηλώσω ηθελημένα αδαής, εσκεμμένα ανήξερος και προκλητικά αδιάφορος. Για όλα ανεξαιρέτως που είτε άμεσα είτε έμμεσα αφορούν τη ζωή, το μέλλον, το παρόν και το παρελθόν μου – παρεκτός από κείνα τα στρατιωτάκια του ηρώου, που πολύ θα ’θελα να μάθω αν, τελικά, κουνήθηκαν όταν το έσκασαν απ’ τις παιδικές αιθρίες της πλατείας του χωριού μου. Γιατί αν κουνήθηκαν, δεν ήταν στρατιωτάκια ακούνητα και, αν πάλι δεν κουνήθηκαν, θα ήταν αδύνατον να παραμείνουν στο ηρώο. Δυστυχώς για μένα, το παιχνίδι τέλειωσε οριστικά και αμετάκλητα από εκείνο το απόγευμα του ξενώνα, όσο και αν επιμένω να το τραβάω απ’ τα μαλλιά εδώ και κάποιες δεκαετίες υποδυόμενος τον πάσχοντα από εγκεφαλίτιδα που είναι ακίνητος σ’ ένα νοσοκομειακό κρεβάτι με τα μάτια κολλημένα στην ακίνητη οθόνη του ταβανιού του.

Και ό,τι μου έχει μείνει σαν ανάμνηση της κίνησης είναι η νοσταλγία της. Μιλάω για την νοσταλγία της κίνησης που στα καλά καθούμενα με κυριεύει με εικόνες όχι για τη θεία λειτουργία του Μητροπολιτικού Ναού Θεσσαλονίκης και τις τεράστιες σαύρες των νησιών Γκαλαμπάγκος ή για τον Μπάστερ Κήτον και τον σαλταρισμένο Τσάρλι Τσάπλιν ή για το μικρό σπίτι στο Λιβάδι και τα γυμνά ανθρώπινα συμπλέγματα, αλλά για τους φίλους μου απ’ τα στρατιωτάκια ακούνητα που βγήκανε απ’ το παιχνίδι όταν κουνήθηκαν κι άρχισαν αμέσως να παίζουνε κυνηγητό και κρυφτό.

Δεν λέω, και μένα μου αρέσει πολύ να παίζω κρυφτό, έστω και αν δεν το χάρηκα όσο θα ’θελα μικρός. Με την πρώτη πάντως ευκαιρία συνεχίζω ακόμη να παίζω, έστω και μονάχος μου. Άλλοτε κρύβομαι πίσω απ’ τις λέξεις, άλλοτε χώνομαι κάτω απ’ το σεντόνι και τις πιο πολλές φορές τρυπώνω μέσα στο κάδρο. Γιατί αν μπορώ να διατυπώσω κάποια υπόθεση για όσα έλεγα παραπάνω σε σχέση με το τούνελ, θα έλεγα ότι όλα σχετίζονται με και όλα οδηγούν σε κείνο το κάδρο του τοίχου, που περιμένει κρεμασμένο στον ξενώνα, πλάι στους άπαντες απόντες, για να συμπληρωθεί μ’ έναν ακόμη απόντα, όταν πλέον δεν θα είναι παρόντας.

Και ο απόντας αυτός, που είναι ακόμη παρόντας, δεν κάνει τίποτα άλλο απ’ το να σκάβει. Κάτω απ’ το υπόκωφο χρίτσι-χρίτσι του τέρατος και το εκνευριστικό τικ-τακ του επιτοίχιου ρολογιού. Να σκάβει εντός του κάδρου. Γιατί κατά βάθος ξέρει ότι η πιο ενδιαφέρουσα διάσταση δεν είναι το ύψος, όπου καιροφυλαχτεί η οθόνη του ταβανιού, ούτε το πλάτος, όπου κρέμονται τα άλλα κάδρα, ούτε το μήκος, όπου επίσης κρέμονται τα άλλα κάδρα, αλλά μόνο το βάθος, και δη το προς τα μέσα βάθος, αφού στην αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή την προς τα έξω, ελλοχεύει το πάτωμα με τη σκόνη, τα φτερά της λιβελούλας και το κουφάρι της ψόφιας μέλισσας, που δεν είναι όμως και τόσο ψόφια.

Το περίεργο είναι ότι όσο βαθιές προοπτικές και αν διανοίγω στα ενδότερα του κάδρου μου, δεν έχω πάψει να νιώθω μια παράφορη ζήλια για τη μετωπική απεικόνιση της βυζαντινής αγιογραφίας και των παλιών ασπρόμαυρων φωτογραφιών. Με τις φλατ μορφές που κρέμονται στην άκρη του κάδρου, έτοιμες σχεδόν να πέσουν κάτω ή να βγουν απ’ το πλαίσιο οικειοθελώς και να πάνε προς νερού τους ή να πεταχτούνε μέχρι το ψιλικατζίδικο για τσιγάρα ή να περπατήσουν λίγο για να ξεπιαστούνε απ’ τη χρόνια ακινησία, ώσπου να επιστρέψουνε ξανά στο κάδρο για να πάρουνε τη θέση τους στον τοίχο με τους άπαντες απόντες.

Μακαρίζω την αφέλειά τους, τη ανυποψίαστη άγνοια που τους χαρακτηρίζει για όλες τις ενδότερες ηπείρους, τη δογματική άρνηση που προβάλλουν στη βεβαιότητα ότι απουσιάζουν, την προκλητική αδιαφορία τους να διαμαρτυρηθούν για την επ’ αόριστον παραμονή τους στον ξενώνα. Αλλά κυρίως γιατί δεν διατρέχουνε τον κίνδυνο να δουν τον εαυτό τους στο κάδρο, όπως ακριβώς είδα εγώ τον εαυτό μου κάποιο απόγευμα, πριν από τέσσερις δεκαετίες, που κλειδώθηκα για τιμωρία σε έναν ξενώνα, και βρέθηκα να απαριθμώ τους άθλους του Ηρακλή, μέχρι που με κέντρισε η μέλισσα με το κεντρί της και ξάπλωσα κλαμένος στο κρεβάτι, με το δάχτυλο τουμπανιασμένο απ’ το πρήξιμο και είδα λοιπόν τον εαυτό μου να ποζάρει καμαρωτός στον τοίχο μ’ ένα αφάγωτο παγωτό στο χέρι κι ένα φρακαρισμένο δίφραγκο να πνίγει τον λαιμό μου.

 

http://artinews.gr

 

 

Δημοφιλή νέα...

Διαβάστε επίσης...

x

PAFILIS 001