“Ξέφωτο… ” (Πιτένης Μιχάλης)

ΠτολεμαΐδαΈφευγα. Ολόγιομο, κιτρινωπό το φεγγάρι προπορεύονταν και μου ‘στρωνε φωτεινό μονοπάτι.

Μπροστά μας δάσος πυκνόφυτο. Σύρθηκε πάνω απ’ τις κορφές των δένδρων. Τις άγγιξε. Κοκάλωσε. Στις παρυφές του σταμάτησα και γω. Σύνορο με το άγνωστο, πώς να το διαβώ;

Αθόρυβα κι απρόσμενα με κύκλωσε πυκνό σκοτάδι. Το φεγγάρι πουθενά. Μόνο το αντιφέγγισμα του ανάμεσα σε φύλλα και κορμούς, ξεφτίδια που χάνονταν γρήγορα λες και τα μάζευε ένα αόρατο χέρι. Σφιγμένη καρδιά, πέτρα στο στομάχι. Μέχρι εδώ; Αποθαρρύνθηκα. Πάει, είπα, ρίζωσα εδώ.

Δεν το’ δα. Το ‘νιωσα το φως. Λίγο θάρρος ξεγλίστρησε απ’ τη χαραμάδα που άφησαν αφύλαχτη ο φόβος κι η απελπισία που μ’ είχαν περιζώσει κι άπλωσα το χέρι το δεξί. Υγράθηκε και ζεστάθηκε η παλάμη του. Την έφερα στη μύτη, στα χείλη. Ευφράνθηκα. Γλύκα απλώθηκε σ’ όλο μου το κορμί λες κι είχε βυθιστεί σε χλιαρό ιαματικό νερό.

Το γέλιο της δυνατό, καθαρό, πλούσιο. Άνοιξα τα μάτια. Το βλέμμα ξεδιάκρινε πρώτα το αποτύπωμα της παλάμης μου πάνω στο γυμνό της στέρνο. Το πρόσωπο της εικόνα σμιλεμένη σ’ έβενο, καλοδουλεμένη λεπτοδουλειά από ταλαντούχο χέρι. Μαύρα μαλλιά χυμένα στους ώμους, με στριφογυριστές άκρες. Κορμί σαν ύφασμα από μετάξι που ο αέρας του ‘δινε σχήματα. Κι ολόγυρα της φως. Αντανακλούσε το φεγγάρι ή το ‘χε ρίξει στους ώμους της;

Κόμπος η γλώσσα. Κλειδωμένες οι λέξεις.

Γέλασε εκείνη. Δεν με περιγελούσε. Με καλούσε. Δίσταζα. Δύο βήματα μόνο να περάσω απ’ την άλλη μεριά. Η καρδιά χτυπούσε δυνατά σαν να ‘χε αποφασίσει να την πάρει μόνη της στο κατόπι. Ανάσανα βαθιά λες κι έτσι θα ‘βρισκα μέσα μου και θα ξυπνούσα όση δύναμη χρειάζονταν τα πόδια για να ξεκολλήσουν απ’ το χώμα. Μια ευωδιά άγνωστη, πρωτόγνωρη, με πλημμύρισε. Πράσινο φύλλο, αγριολούλουδα, μουσκεμένο χώμα. Κύμα που με σήκωσε. Μου ‘δωσε ώθηση. Περπάτησα. Φώτιζε εκείνη να πατώ.

Δε μετρούσα βήματα, δε λογάριαζα χρόνο. Λαχταρούσα να τη φτάσω, να την αγγίξω. Ένιωθα ευγνωμοσύνη κι ας μ’ αγκάλιαζε μόνο η αύρα της ενόσω ξεμάκραινε εκείνη. Φορές, σκέφτηκα, να φωνάξω, να ρωτήσω. “Πώς είναι το όνομα σου;” Είχα φωνή μα σεβάστηκα τη σιωπή και τη βάφτισα μέσα μου. Γυναίκα!

Μ’ άκουσε; Στάθηκε, στράφηκε προς το μέρος μου για μια στιγμή. Μέχρι να προλάβω να δέσω την ανάσα που μου ‘χε κοπεί για να κυλήσουν πάνω της οι λέξεις, χάθηκε. Τρέμουλο ξεκίνησε απ’ το σαγόνι κι απλώθηκε σ’ όλο μου το κορμί. Με το βλέμμα την αναζήτησα μες τις σκιές που όλο και με ζύγωναν.

Ξάφνου, γέλια, φωνές. Να μου σάλεψε, άραγε, σαν εκείνους τους ερημίτες που όταν αλλάζει η ένταση και η φορά του ανέμου πιστεύουν πως τους μιλά ο Θεός;

Μα, να και φως. Αλλιώτικο αυτό. Αδύναμο που σιγά, σιγά δυναμώνει. Να ‘ναι το φεγγάρι που βρήκε εδώ μέρος να ξαποστάσει;

Ξέφωτο πλατύ μπροστά μου. Φωτιά στο κέντρο του. Κορμοί δένδρων σταυρωμένοι την ταΐζουν με την κιτρινοκόκκινη φλόγα της να μικραίνει το μπόι τους, ενώ το δικό της θεριεύει και τραβά όλο και ψηλότερα λες και θέλει να καψαλίσει τον ουρανό.

Μέσα απ’ τα δένδρα που ορίζουν το ξέφωτο ξεμυτούν χέρια που κρατούν κι άλλους κορμούς δένδρων και τους στοιβάζουν στη φωτιά θρέφοντας την, πριν γίνουν σώματα και πάρουν θέση σταυροπόδι ολόγυρα της.

Να και εκείνη! Η μόνη που όρθια φέρνει συνέχεια βόλτες ανάμεσα τους, πότε μετρώντας τους με το μάτι και πότε ανασηκώνοντας το κεφάλι και στρέφοντας το προς τα δένδρα που τους περιβάλλουν, χαμογελώντας σαν βλέπει όλο και κάποιους νιόφερτους να ξεμυτίζουν.

Ξεθαρρεύω χάρη στον πόθο μου να τη ζυγώσω, μα το βήμα μετέωρο μένει. Γέμισε ο χώρος, πύκνωσαν οι ανάσες κι η δική μου περισσεύει. Της γνέφω. Δεν με βλέπει. Ώσπου το πλήθος την απορροφά λες κι ο καθένας πήρε κάτι δικό της. Κι είναι τόσο πολλοί! Στεριώνω το βήμα για να πατήσω το ξέφωτο. Να ζυγώσω. Μέχρι εκεί. Κλείνω τα μάτια σάμπως και καταφέρω να τους δω μέσα απ’ τους ήχους των φωνών τους, το θρόισμα των κινήσεων τους. Ένας, ένας περνούν μπροστά μου. Ψηλόλιγνοι και κοντοί, λιπόσαρκοι και κοιλαράδες. Νύχια μαυρισμένα, δόντια χρυσά ανάμεσα σε κούφια και σπασμένα. Χοντρά, βαριά, λαμπερά δαχτυλίδια που σφίγγουν φουσκωμένα δάχτυλα. Δαχτυλίδια φτηνιάρικα λεπτά, φτιαγμένα από σύρμα, σε σκελετωμένα δάχτυλα. Μαύρα κοστούμια, πολύχρωμα και γυαλιστερά πουκάμισα, γραβάτες φανταχτερές και λιγδιασμένες, πολυκαιρισμένα χιλιομπαλωμένα σακάκια και πανταλόνια που μόλις και μετά βίας κρατιούνται στη μέση απ’ ένα δερμάτινο λουρί ή ένα κομμάτι σχοινί κι οι φαγωμένες άκρες τους σέρνονται στο χώμα. Φουστάνια που θυμίζουν ανθισμένα ή ξεραμένα λιβάδια και συγκρατούν πλούσια στήθια, μαραμένα ή τροφαντά, κεφαλομάντηλα δεμένα πίσω στο σβέρκο απ’ όπου ξεπροβάλουν μακριές κοτσίδες, παπούτσια λουστρίνια με τις μύτες τσακισμένες και φαγωμένα τακούνια, χοντροπάπουτσα με τη σόλα φθαρμένη και τρυπημένη, γυναικείες παντόφλες που ‘χουν πάνω τους μια στρώση ανθρώπινο δέρμα και το κάτω τους αργασμένο από χώμα, χαλίκια, άσφαλτο, γόβες στραβοπατημένες, παιδικά και εφηβικά πόδια γυμνά, ασπρισμένα μέχρι το γόνατο απ’ τη σκόνη.

Ένας κοιλαράς με λυμένο το ζωνάρι με σκουντά και με καλεί να πιω απ’ ένα μπουκάλι κρασί, που μυρίζει βενζίνη και καμένο λάδι μηχανής. Ένα άλλο χέρι μου το αρπάζει πριν καλά, καλά αποσώσω τη γουλιά και το κολλά στα χείλη του, βάφοντας κόκκινο το αξύριστο ψαρό σαγόνι του. Παρέκει ένα συρρικνωμένο γεροντάκι με ρουφηγμένα μάγουλα ανάβει το στριφτό του τσιγάρο. Στον αριστερό του καρπό αριθμός, ίσα που φαίνεται, μοιάζει σαν να τον χαράξαν με πυρωμένο σίδερο πάνω στο κόκκαλο.

Ένα πιτσιρίκι με τραβά απ’ το παντελόνι και ένα άλλο στέκεται μπροστά, με κοιτά στα μάτια και αρχίζει να στροβιλίζεται γελώντας κι απλώνοντας το μαυρισμένο χεράκι του. Ίσα που προλαβαίνω να παραμερίσω για να περάσει ένα άλογο ψωριάρικο και ιδρωμένο που βρωμάει και ζέχνει.

Παντού ιδρώτας ανθρώπων και ζώων ποτίζει τη γης. Τη λασπώνει. Ποδάρια τη ζυμώνουν κι η ζύμη κολλά πάνω τους, γίνεται δέρμα τους

- Πέρασες το σύνορο…

Στέκεται δίπλα μου. Μαγική εικόνα! Θέλω να γίνω έστω μια απ’ τις χάντρες που στολίζουν το λαιμό της.

- Δεν αρκεί. Θέλει πολύ ακόμα…

Κόβει με το χέρι της ό,τι κι αν είχα να πω.

Στο ξέφωτο ακονισμένες λάμες γυαλίζουν, σφιχτά κρατημένες μες σε ροζιασμένες παλάμες, απειλώντας η μία την άλλη. Εκείνη κάνει να κινηθεί προς τα εκεί.

- Μην πας. Έλα μαζί μου…

Πυρωμένα κάρβουνα τα μάτια της. Μαζεύομαι σαν μικρό παιδί που φοβάται το θυμό που θα ξεσπάσει πάνω του.

- Τα αδέρφια μου είναι!

Βρίσκω το κουράγιο να ψελλίσω.

- Μα δεν μιλάνε όλοι την ίδια γλώσσα κι ούτε έρχονται απ’ τα ίδια μέρη…

Η ανάσα της καίει το πρόσωπο μου.

- Ανόητε! – μου φωνάζει. Θαρρείς μας δένει η γης; Οι δρόμοι μας ενώνουνε και τη γλώσσα τη συνταιριάζουμε κατά πώς πρέπει...

Γονατίζω στα πόδια της, σιωπηλός ικέτης για ένα φιλί της μονάχα. Το γυμνό της πόδι πατά γερά στον αριστερό ώμο μου. Το παίρνω μες τις χούφτες μου. Το μελετώ με τα ακροδάχτυλα μου. Τρυφερό και σκληρό συνάμα το δέρμα της, φλέβες που χτυπούν σαν δαιμονισμένες, ποτισμένο μ’ ιδρώτα και νερό της βροχής. Το ξαναφέρνω στον ώμο μου και πάνω του γέρνω. Στ’ αυτί μου ηχούν δρόμοι, αυτοκίνητα που μαρσάρουν, άλογα που χλιμιντρίζουν, σκυλιά που αλυχτάνε, άνθρωποι που βρίζουν. Στρέφω το βλέμμα πάνω της. Στις άκρες των μαλλιών της μπλεγμένα άχυρα απ’ το θέρο, φύλλα ξεραμένα του φθινοπώρου, κλαράκια ξυλιασμένα που αχνίζουν πρωινή πάχνη, μπουμπούκια που χαμογελούν άνοιξη.

Στο ξέφωτο χαλασμός. Οι λάμες τσακμακίζουν η μια πάνω στην άλλη. Στρέφει να φύγει. Να πάει προς τα εκεί. Δεν της μιλώ. Την ικετεύω.

- Να ‘ρθω και γω; Μαζί σου…

Μ’ ένα γνέψιμο του χεριού μ’ αποθαρρύνει. Λυπάμαι μα και χαίρομαι που τη βλέπω κι ας ξεμακραίνει. Κάτω δεν πατά κι ας σηκώνει σκόνη. Κανέναν δεν παραμερίζει και βρίσκεται ανάμεσα τους. Στέκεται πάνω απ’ τη φωτιά λες και τη σηκώνουν στους ώμους τους οι φλόγες. Υψώνει τα χέρια της και σωπαίνουν. Φωνή, γλυκολάλητη, βγαίνει απ’ τα στήθη της.

- Σηκωθείτε τσιγγάνοι! Τώρα είναι η ώρα… *

Νταούλι χτυπά δυνατά απ’ αδύναμα χέρια. Κλαρίνο μπαίνει μπροστά. Κορνέτες, τρομπόνια, τούμπες από κοντά. Μπερδεύουν το σκοπό, σκοντάφτουν οι νότες η μια πάνω στην άλλη. Τα βλέμματα αγριεύουν, τα στόματα στραβώνουν. Μα να που πάλι παρεμβαίνει. Τα χέρια της χτυπά κι ακόμα κι αυτοί που δεν ακούν το ρυθμό λες τον νιώθουν στο στήθος τους. Τα όργανα στήνουν χορό, χαράζουν τα χνάρια για να ξέρουν τα ποδάρια που θα πατήσουν. Τώρα πια μαθαίνουν τι θέλει ο διπλανός κι ας μη μιλούν μεταξύ τους.

Μια αλυσίδα. Δύο, τρεις, τέσσερεις… Χάνω το μέτρημα. Δε χάνω ούτε μια λέξη από κείνη.

“Ελάτε μαζί μου Ρομά

Του κόσμου σκούρα και μαύρα μάτια

Που μου αρέσετε σαν τα μαύρα τα σταφύλια

Ρομά, αδέλφια μου”*

Θέλω να πιαστώ στο χορό. Μπερδεύομαι, σωριάζομαι καταγής. Να φταίνε τα καινούργια μου παπούτσια; Τα πετώ και σηκώνομαι. Αγκάθια πληγώνουν τα πόδια μου. Σε κάθε βήμα μπήγονται βαθύτερα. Να συνεχίσω μα για πόσο θα μου φτάσει το αίμα καθώς πληθαίνουν πίσω μου τα ματωμένα χνάρια;

Χαράζει. Στέκεται ανάμεσα σε μένα και στο φως που σιγά, σιγά δυναμώνει. Μου δείχνει προς τα πίσω. Μονοπάτι φαρδύ ανάμεσα στα δένδρα.

Αγκαλιάζω τα πόδια της.

- Θέλω να ‘ρθω μαζί σου…

Γονατίζει, παίρνει στην αγκαλιά της το γυμνό μου πόδι και με τα δάχτυλα της καθαρίζει απαλά το ξεραμένο αίμα απ’ το πέλμα μου.

- Βλέπεις; Ματώνουν τα πόδια σου!

Μαζεύει τα παπούτσια μου και τ’ αφήνει μπροστά μου. Χάνεται, κλαράκι που το πήρε μαζί του ο αέρας. Νιώθω το μέτωπο μου να καίει. Μ’ άγγιξαν, άραγε, τα χείλη της ή γέννημα της λαχτάρας μου ήταν το φιλί της;

Όρθιος αναζητώ το ξέφωτο. Γίνηκε δρόμος. Στο χώμα χαραγμένα σημάδια από λάστιχα αυτοκινήτων, ρόδες κάρων, πέταλα αλόγων, παπουτσιών και γυμνών ποδιών. Με τα παπούτσια μου φορεμένα θα τους προκάνω. Ξεκινώ, μα ο δρόμος στενεύει. Ξεκινά να φυσά ένα απαλό αεράκι που όλο και δυναμώνει σβήνοντας τα σημάδια. Επιταχύνω. Και παραπάνω απ’ όσο μπορώ. Νομίζω πως τα καταφέρνω μέχρι να καταλάβω πως όσο ζυγώνω τόσο περισσότερο στενεύει ο δρόμος και δυναμώνει ο αέρας…

*Στίχοι απ’ το τραγούδι των Ρομά “Gelem, gelem”.

Υ.Γ. Η πρώτη εκδοχή του διηγήματος αυτού δημοσιεύτηκε στην πνευματική επιθεώρηση της Κοζάνης ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ, τεύχος 187, Έαρ 2018.

Η δεύτερη εκδοχή συμπεριλήφθηκε στο μουσικό άλμπουμ "Μουσική στο σύνορο"- "Music on border", με τις τσιγγάνικες μουσικές της Αλβανίας του Aurel Qirjio. Μια παραγωγή των Μάκη Σεβίλογλου και Caspar Falke από την Kyklosrecords.

 

 http://pitenis.blogspot.com

 

Δημοφιλή νέα...

Διαβάστε επίσης...

x

PAFILIS 001