Ο Παναγιώτης Ν. Λιούφης και η εκπαίδευση στην Κοζάνη (1894 – 1910, 1911 – 1916) Απόδοση στα νέα ελληνικά: Δημήτρης Τζήκας - ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

κοζάνη, ειδήσεις, νέα, Πτολεμαΐδα (ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ) Επειδή η περίοδος αυτή εγκαινιάζει νέο στάδιο στην εξέλιξη των εκπαιδευτικών πραγμάτων και είναι γεμάτη σχολικές αναδιαρθρώσεις, δεν θεωρούμε άσκοπο να συμπληρώσουμε το μέρος που αναφέρεται στους διδασκάλους της Σχολής,

με την αναγραφή των σπουδαιότερων σημείων της σχολικής δράσης, προκειμένου να ολοκληρώσουμε τελείως την εργασία μας για τη λειτουργία των Σχολών μέχρι την απελευθέρωση, αν και μας κεντούν εύλογοι δισταγμοί, κίνδυνοι παρεξήγησης, κι ενδεχομένως κρίσεις για περιαυτολογία. Όμως, η αμερόληπτη και μ’ ευσυνείδητη ειλικρίνεια έκθεση των πεπραγμένων μάς εφησυχάζει, εξουδετερώνοντας τους δισταγμούς, και μας δίνει την άδεια να προχωρήσουμε στο έργο που επιχειρήσαμε.

Κατά το χρονικό διάστημα 1890 – 1893, κάποια εξαιρετικά γεγονότα επέδρασαν σημαντικά στα πράγματα της Σχολής. Από τα γεγονότα αυτά μερικά ήταν γενικά και άλλα τοπικά. Την 19η Οκτωβρίου 1890, η κήρυξη της Εκκλησίας εν διωγμώ περιόρισε εν μέρει και την ελεύθερη λειτουργία των Σχολών -μέχρι την άρση του καταδιωγμού-, η οποία, όπως είναι γνωστό, έγινε την 25η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους· η δε μετάθεση του Αρχιερέα στη Δρυινούπολη (1η Μαΐου 1892), και τα θλιβερά γεγονότα τον Αύγουστο του 1892 είχαν τον αντίκτυπό τους και στα Σχολεία. Διότι τα πνεύματα των κατοίκων ήταν ερεθισμένα λόγω του Μητροπολιτικού ζητήματος[1] και αφού υπήρχε κοινοτική διαίρεση, η εποπτεία και η κανονική διακυβέρνηση της σχολής αφέθηκαν στη μοίρα τους, ενώ οι εντυπώσεις του πολυθρύλητου ζητήματος απορρόφησαν διδάσκοντες και διδασκόμενους. Έτσι επήλθε σιγά σιγά χαλάρωση, περισσότερο μάλιστα μετά την παραίτηση της διορισμένης (εξ Οφφικίου) Εφορείας, η οποία είχε συγκροτηθεί από τον Μητροπολίτη Γεράσιμο, με μέλη τους Κωνσταντίνο Τακιατζή, Κωνσταντίνο Ι. Τσιμηνάκη, Γεώργιο Γκορτσούλη και Γεώργιο Τσιμηνάκη. Η κατάσταση αυτή, λυπηρή όπως και αν τη δει κάποιος, δεν μπορούσε να συνεχιστεί για πολύ· διότι και τα οικονομικά της Σχολής δεν έβαιναν καλώς, και αυτό ανάγκασε τη Μητρόπολη ν’ αποταθεί με επιστολή (3 Φεβρ. 1893) προς τον αείμνηστο Παύλο Χαρίση και να ζητήσει τη συνδρομή του υπέρ των Εκπαιδευτηρίων, ενώ συμβιβάστηκε με τους κληρονόμους του Σπυρίδωνα Μαχαιρά[2] και αποδέχτηκε ποσό 65 λίρες.

Όμως μετά τη δεύτερη εγκατάσταση του Αρχιερέα Κωνστάντιου στο θρόνο Σερβίων και Κοζάνης, τα πράγματα άρχισαν ν’ αλλάζουν και να βελτιώνονται.

Πρώτες πράξεις του, μετά την άφιξη και την ενθρόνισή του, ήταν οι συστάσεις και οι ενέργειές του για συνδιαλλαγή και κοινή μέριμνα υπέρ των συμφερόντων της πόλης. Στη συνέχεια, ο Μητροπολίτης έστρεψε την προσοχή του στα Σχολεία, τα οποία είχαν περιέλθει σε όχι ευχάριστη κατάσταση, εξαιτίας της προηγούμενης ανώμαλης περιόδου, όπως έχει αναφερθεί. Γι’ αυτό λοιπόν πρότεινε να ληφθούν συντονισμένα μέτρα για την ενίσχυση των οικονομικών και τη βελτίωση της γενικότερης κατάστασης. Η Εφορεία δε, βλέποντας τις αγαθές προθέσεις του προϊσταμένου, αποφάσισε ν’ αναθέσει τη διεύθυνση της Σχολής σε διπλωματούχο της Φιλολογίας και ως τέτοιον κάλεσε τον συγγραφέα του παρόντος βιβλίου.

Ο Παναγιώτης Λιούφης γεννήθηκε τον Νοέμβριο του 1869· γονείς του ήταν ο Νικόλαος και η Ελένη. Παρακολούθησε τα εγκύκλια μαθήματα στα Σχολεία της πατρίδας του, υπό τον θείο του Ιωάννη Παυλίδη· συμπλήρωσε δε τις γυμνασιακές σπουδές στο Α’ Γυμνάσιο Αθηνών και γράφτηκε ύστερα στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου, αφού ορίστηκε υπότροφος του Μουράτειου κληροδοτήματος, υπό την προστασία του Ιωάννη Λιούφη, που ήταν θείος του. Αφού ολοκλήρωσε τη φοίτησή του και αναγορεύτηκε διδάκτωρ, δούλεψε μια τριετία ως διδάσκων στο διακεκριμένο Λύκειο του συμπολίτη μας Ζήση Αγραφιώτη στον Πειραιά, και το 1894 ανέλαβε στην πατρίδα του τη διεύθυνση της Σχολής, στην οποία εργάστηκε συνολικά 21 έτη[3]. Το 1912, αντιπροσώπευσε τη Σχολή της Κοζάνης στις εορτές του Εθνικού Πανεπιστημίου για την επέτειο της 75ηςαμφιετηρίδας, επιδίδοντας ιδιαίτερο λεύκωμα της Σχολής, ενώ συμμετείχε στις τελετές και με το έμβλημα (ένσημο) του Πανεπιστημίου. Νυμφευθείς την Ελένη Στ. Μανιάτη και αποκαταστημένος στην Αθήνα στάθηκε άτυχος, αφού η σύζυγός του πέθανε, ύστερα από ανίατη και περιπετειώδη νόσο. Για τη μακροχρόνια υπηρεσία του, τιμήθηκε με το παράσημο του τάγματος των Ιπποτών του Σωτήρος Γεωργίου Α’. Μετείχε δε ζωηρά στην Εθνική αμυντική δράση που αναπτύχθηκε στην περιοχή της Μακεδονίας· ενώ ήταν προγραμμένος από το τουρκικό κομιτάτο και διασώθηκε από τύχη. Μετά την αποχώρηση από την πατρίδα, εξακολουθεί να διδάσκει, από το 1916, στο 8ο Γυμνάσιο Αθηνών.

Η νέα διεύθυνση, μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά της, εκπόνησε πρώτα εσωτερικό Κανονισμό της Σχολής, ο οποίος επικυρώθηκε, οργάνωσε το γραφείο της, με την πρόθυμη γνώμη της Εφορείας, και θέσπισε να τηρείται αρχείο με τα βιβλία της υπηρεσίας· επέβαλε δε πειθαρχία και υπέβαλλε εγγράφως στην εκάστοτε ανώτερη αρχή όσα γίνονταν. Έτσι, από το 1894 κι εφεξής τηρούνται άπαντα τα πρακτικά της Σχολής και η σειρά των βιβλίων της υπηρεσίας (Μητρώο, Μαθητολόγιο, Βαθμολόγιο, Ειδικού Ελέγχου, Γενικού Ελέγχου, Βιβλίο ύλης, Πρωτόκολλο και βιβλίο Πρακτικών). Κατά το έτος 1895, η στατιστική των Σχολείων εμφάνιζε 877 εκπαιδευόμενους, άρρενες και θήλεις, δηλαδή 35 στο τετρατάξιοΗμιγυμνάσιο, 372 στην εξατάξια Αστική Σχολή, 150 στο εξατάξιο Παρθεναγωγείο και 320 μαθητές στο Νηπιαγωγείο. Τα σχολικά πράγματα τέθηκαν έτσι σε κανονική τροχιά και τα Σχολεία συνεπώς άρχισαν ν’ ακμάζουν. Επιπλέον, η εν ενεργεία αντιπροσωπεία, μεριμνώντας για τη διατήρηση της Κοινοτικής Βιβλιοθήκης σε καλή κατάσταση, εκλέγει επιτροπεία σε συνεδρίαση της 3ης Απριλίου 1896, αποτελούμενη από τους Παναγιώτη Ν. Λιούφη, Ιωάννη Κ. Σιώπη και Γεώργιο Μουμουζιά, στην οποία αναθέτει την εντολή να παραστεί κατά την παράδοση των βιβλίων από τον πρώην έφορο του ιδρύματος Ιωάννη Ευαγγελίδη στον νέο έφορο Νικόλαο Βαλλαγιάννη. Ύστερα από λίγο, την 14 Απριλίου, παραλαμβάνει τα χρεωστικά και τα ομόλογα από τα προηγούμενα μέλη της εξελεγκτικής επιτροπείας.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, την 17η Νοεμβρίου 1896 ανακοινώνεται στην Εφορεία ο θάνατος του Λάμπρου Βαλταδώρου στο Βουκουρέστι, μαζί με τη φήμη ότι άφησε ποσό 500 εικοσάφραγκα για την ίδρυση Γυμνασίου. Η εν ενεργεία Εφορεία, αποτελούμενη από τους Γεώργιο Ν. Τσιμηνάκη, Κωνστ. Δ. Δρίζη, Αθανάσιου Χασάπη, Παυσανία Πολυζούλη και Πέτρο Ηλία Βαμβακά[4] ζητεί να μάθει τις θετικές πληροφορίες από τον αδελφό του θανόντος Βασίλειο και πληροφορείται από επιστολή του της 7ης Νοεμβρίου 1896 ότι πράγματι τα 500 εικοσάφραγκα είναι εξασφαλισμένα. Κατά τον Σεπτέμβριο δε του 1897, ενώ ο αρχιερέας διέτριβε στο Άγιο Όρος με την ιδιότητα του έξαρχου, συναντάται με τον αοίδιμο Βασίλειο Βαλταδώρο, συσκέπτεται με τον άνδρα για να κάνουν πράξη τη διάθεση του Λάμπρου και κανονίζει μαζί του το σχέδιο για την ανέγερση της Σχολής. Από εκεί δε, κατόπιν συνεννόησης με την Εφορεία, υποβάλλει αίτηση προς τα Πατριαρχεία για την έκδοση Φιρμανίου, σχετικά με την κατασκευή του κτιρίου και την λειτουργία του.

Εν τω μεταξύ, στις αρχές Οκτωβρίου, φτάνει στην πατρίδα ο Βασίλειος Βαλταδώρος και η αντιπροσωπεία της Κοινότητας, μέσω της επιτροπής που ορίστηκε για το θέμα, εξακρίβωσε, κατόπιν συνάντησης της επιτροπείας με τον Βασίλειο, ότι το αφιέρωμα του Μακαρίτη Λάμπρου συμποσούται σε 500 φράγκα, στα οποία προσθέτει κι αυτός για αρχή άλλα πενήντα· μαζί δε με τους αδελφούς του Γεώργιο και Κωνσταντίνο, ο Β. Βαλταδώρος δωρίζει στην πόλη το οικόπεδο, στο οποίο μέλλει να ιδρυθεί η σχολή, και ανακοινώνει ότι το Σχέδιο της οικοδομής είναι ήδη καταρτισμένο· κατά το σχέδιο αυτό, η οικοδομή πρόκειται να καταλάβει χώρο μήκους 28 Γαλλικών μέτρων, πλάτους 20 και ύψους 10,50, το δε οικόπεδο καταμετρημένο έχει εμβαδό 1.185 τετραγωνικά μέτρα (σ’ αυτά βραδύτερα προστέθηκαν 114 τ.μ., που αφιερώθηκαν από τον Μιχαήλ Παπακωνσταντίνου). Συγχρόνως δε, διορίζει την 12η Οκτωβρίου δια πληρεξούσιου εγγράφου τον ανιψιό του Κωστάκη Βαλταδώρο ως αντιπρόσωπο και του δίνει στο χέρι 200 εικοσάφραγκα για την προμήθεια των υλικών. Γι’ αυτά, η Αντιπροσωπεία μαζί με την Εφορεία υποβάλλουν ευχαριστήρια επιστολή (28 Οκτωβρ.) στον Βασίλειο Βαλταδώρο για τη δωρεά των 50 εικοσάφραγκων και την χορήγηση του οικοπέδου. Έχοντας δε υπόψιν η αντιπροσωπεία και η Εφορεία, ότι η ίδρυση ανώτερης Σχολής θ’ απαιτούσε πόρους για τη συντήρησή της, άρχισε να ενεργεί δραστήρια για την ενίσχυση των οικονομικών· την 22α Φεβρουαρίου 1898, με υπόμνημα που υποβλήθηκε από τον Δημήτριο Ν. Μπλιούρα[5] στη συνεδρία της 2ας Φεβρουαρίου, προβαίνουν στη σύσταση Κεντρικού Γραφείου για την εκκαθάριση των λογαριασμών και την είσπραξη των καθυστερούμενων τόκων. Ταυτόχρονα, εξασφαλίζουν ποσό 100 λίρες, που αφιερώθηκε από τον Γεώργιο Γκορτσούλη[6], που πέθανε την 10η Απριλίου 1898, και αγοράζουν την 15η Μαρτίου τον κλίβανο μαζί με δύο εργαστήρια, στη γωνία που σχηματίζει το χάνι με τον Άγιο Νικόλαο, από τον Νικόλαο Ατλαζή, για 70.000 γρόσια· λίγο δε μετά απ’ αυτά, την 29η Μαρτίου, προχωρούν σε απόφαση εκποίησης των αγρών, αμπελιών, οικιών, οικοπέδων και αλωνιών που είχαν αφιερωθεί κατά καιρούς, κι εγκρίνουν δαπάνη για τη διοχέτευση του ύδατος του Αγίου Αθανασίου· δέχονται δε τη δωρεά 15 λιρών της Αικατερίνης Τσιμηνάκη, επί του θανάτου της θυγατέρας της Όλγας, και το ίδιο έτος εκδίδεται ψήφισμα (27 Ιουλίου) για τη μεγαλοπρεπή εκφορά του αείμνηστου Θεόδωρου Σαρχατλή, ο οποίος δίδαξε επί πολλά έτη στην πατρίδα και είχε διετελέσει έφορος. Τέλος, την 12η Απριλίου του 1899 ανακοινώνεται στον Βασίλειο Βαλταδώρο ότι εκδόθηκε το αυτοκρατορικό φιρμάνι και απεστάλη στη Μητρόπολη, οπότε, μετά από κάποιο διάστημα, θα τεθεί ο θεμέλιος λίθος. Μεταξύ αυτών, ο Κωστάκης Βαλταδώρος διαθέτει την οικία του, κοντά στην οικοδομή της Σχολής, με τον όρο να λαμβάνει εφ’ όσον ζει αυτός και η σύζυγός του 5 λίρες τον χρόνο. Την δε 7η Ιουνίου 1899, σε λαμπρά τελετή τίθενται τα θεμέλια της οικοδομής του Γυμνασίου, παρουσία των αρχών, ενώ εκφωνείται λόγος από τον Γυμνασιάρχη· μετά την ανάγνωση του Διατάγματος υπό του διοικητή Σιαχή μπέη, αρχίζουν οι εργασίες της οικοδομής· έφοροι ορίστηκαν οι Γεωργ. Τσιμηνάκης, Κωνστ. Δρίζη, Δημήτριο Ν. Μπλιούρας, Γεωργ. Εμμ. Μάνος, Δημ. Γκορτσούλης και αρχιτέκτονας ο Ευάγγελος Γκαγκής.

Το νέο ευφραίνει τους ομογενείς του εξωτερικού, όταν δε γίνεται γνωστό, εξάπτει τη φιλοτιμία τους, και ιδίως του αείμνηστου Παύλου Χαρίση, ο οποίος με επιστολή της 18ης Σεπτεμβρίου 1899 ζητεί πληροφορίες για το ανεγειρόμενο Γυμνάσιο κι εκφράζει σκέψεις για την ίδρυση Επαγγελματικής Σχολής στην πατρίδα. «Εγώ, οπαδός των πρακτικών γνώσεων, θα επεθύμουν ν’ ακούσω ότι οι άνδρες και η νεολαία της Κοζάνης εμφορούμενοι πρακτικώτερων σκέψεων θα επιδίδοντο εις βιομηχανικά και τεχνικά έργα, τα μόνα προαγωγά πλούτου, κινήσεως ζωής και ευημερίας. Δια τούτο, ενδόμυχος πόθος μου θα ήτο η ίδρυσις Τεχνολογικής και Επαγγελματικής Σχολής εν Κοζάνη». Τα σωματεία της πόλης, αφού έλαβαν γνώση των διαθέσεων του ανδρός, καταρτίζουν δωδεκαμελή επιτροπεία για να συντάξουν απάντηση στην επιστολή του Παύλου Χαρίση και να εκφράσουν τις ευχαριστίες τους, και την 7η Οκτωβρίου 1889 στέλνεται απάντηση, η οποία διασαφηνίζει την κατάσταση των Σχολών. Ορμώμενος εκ της επιστολής αυτός δωρίζει 100 εικοσάφραγκα ως συνδρομή για το ανεγειρόμενο Γυμνάσιο και υποδηλώνει μέλλουσα γενναία δωρεά. Επί τούτω, την 29η Οκτωβρίου, ο Μητροπολίτης αποστέλλει ευχαριστήριο γράμμα, και τη γνώμη του ιατρού Λιμαράκη περί επαγγελματικής Σχολής, η δε πόλη με ψήφισμα ανακηρύσσει τον Παύλο Χαρίση την 14 Νοεμβρίου μέγαν Ευεργέτη κι εκφράζει την ευγνωμοσύνη της Κοινότητας. Πνεύμα φιλομουσίας διακατέχει τώρα τους πάντες· στην ανέγερση της οικοδομής βοηθούν και πολίτες, άλλοι με υλικά και άλλοι με προσωπική εργασία· η δε πόλη, ευτρεπιζόμενη επί το αρτιότερον, καθορίζει τις οχτώ υφιστάμενες ενορίες την 8η Δεκεμβρίου κατά ποσόν και ποιόν, σύμφωνα με το οικείο άρθρο του Κανονισμού, ενώ μελετά τη γνώμη που προτάθηκε την 25 Ιουνίου περί σύστασης μονοπωλείουγια το κερί. Επειδή όμως τα χρήματα που αφιερώθηκαν από τον μακαρίτη Λάμπρου δεν ήταν αρκετά για την αποπεράτωση της οικοδομής, οι εργασίες στο μεταξύ διακόπηκαν και αθυμία κατέλαβε τους κατοίκους, οι οποίοι έβλεπαν ότι το έργο κινδύνευε να μείνει ημιτελές. Επιπλέον, η κατασκευή υπονόμων στα Εκκλησιαστικά κτήματα κοντά στο Βήσικο απαιτούσε επείγουσες δαπάνες της Εφορείας, η οποία τις ενέκρινε. Ενώ αυτή είναι η ψυχική κατάσταση του πλήθους, φτάνει και άλλη επιστολή του Βασίλ. Βαλταδώρου από το Βουκουρέστι, με ημερομηνία 24 Δεκεμβρίου 1899, με την οποία ο άνδρας αναγγέλει ότι αναλαμβάνει εξ ιδίων πόρων την αποπεράτωση του οικοδομήματος και ζητεί πληροφορίες για το αναγκαίο χρηματικό ποσό. Η επιτροπεία για την οικοδομή υπολογίζει το υπόλοιπο της δαπάνης σε 700 εικοσάφραγκα, η δε πόλη, δια ψηφίσματος της 29ης Δεκεμβρίου 1899 διαβιβάζει την ευγνωμοσύνη και τις ευχαριστίες της, ανακηρύσσοντας τον Βασίλειο ΒαλταδώροΜέγαν Ευεργέτην.

Κατά το σχολικό έτος 1900-1901, η Σχολή, καταρτισμένη, εξατάξια και πλήρης, αναμένει σημαντική απόφαση για την ιστορίας της, την επίσημη αναγνώριση από την Ελληνική Κυβέρνηση. Για τον σκοπό αυτόν, το θέρος του 1900 ο Γυμνασιάρχης ενεργεί δραστήρια μαζί με τον κ. Γεώργιο Δροσινό, τον αντιπρόσωπο του Μουράτειου κληροδοτήματος, προς αυτούς που βρίσκονται στην Αθήνα· η δε Α.Σ., ο Μητροπολίτης, την 23 Οκτωβρίου στέλνει έκθεση για το θέμα στο Υπουργείο, ενώ συγχρόνως δέχεται άλλη επιστολή του Παύλου Χαρίση, από την 30η Οκτωβρίου 1900, με την οποία δηλώνει ότι φρόντισε ήδη να εξασφαλίσει σπουδαίο μέλλον για την Κοζάνη· επί τούτω εκφράζεται και η ευγνωμοσύνη της Κοινότητας. Στο μεταξύ, η Εφορεία λαμβάνει απόφαση για την αγορά της αρχαίας οικίας Καρατζέτζου και την επισκευή του κωδωνοστασίου και του ρολογιού που βρίσκεται αναρτημένο· ζητεί δε από τον αντιπρόσωπο στην Αθήνα Γ. Δροσινό να υποβάλλει την τακτική εκκαθάριση του για τη διαχείριση των σχολικών χρημάτων· κατά το έτος αυτό ξεκίνησε και η φοίτηση θηλέων στο Γυμνάσιο.

Τέλος, αφού ολοκληρώθηκε το κτίριο του Γυμνασίου, ζητείται άδεια για τη λειτουργία του και την 30η Ιανουαρίου 1901, μετά τη δωρεά της εικόνας των τριών Ιεραρχών από την Αλεξάνδρα Κ. Βαλταδώρου, τελούνται επισήμως τα εγκαίνια του ιδρύματος, στεφανώνονται οι εικόνες των ιδρυτών και ευεργετών Λάμπρου και Βασίλειου σε συγκινητική εκδήλωση κι εκφωνείται από τον Γυμνασιάρχη λόγος κατάλληλος για την περίσταση. Την 2α Φεβρουαρίου φτάνει η αγγελία ότι το Υπουργείο της Παιδείας, με διάταγμα της 26ης Ιανουαρίου, το οποίο δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, κατέταξε το Γυμνάσιο μεταξύ των ισότιμων του Εσωτερικού και των αναγνωρισμένων του Εξωτερικού· την 5η του ίδιου μήνα έρχεται άλλη επιστολή του πρόξενου της Ελασσόνας, κ. Λ. Ενυάλη, που επικυρώνει επίσημα την αγγελία της αναγνώρισης. Η αντιπροσωπεία, με κοινή θέρμη, λόγω των αλλεπάλληλων αυτών ευφρόσυνων γεγονότων, στη συνεδρία της 9ης Φεβρουαρίου προνοεί ώστε να μετατραπεί το χάνι του Αγίου Νικολάου σε προσοδοφόρο κτήμα και φροντίζει για την εκποίηση των βακούφικων κτημάτων της οικίας Γεωργ. Τακιατζή και του κήπου στον Άγιο Δημήτριο. Όχι πολύ αργότερα, την 16η Μαρτίου 1901, ο Βασίλειος Βαλταδώρος εκφράζει τις ευχαριστίες του για τα διακοινωθέντα στη Μεγάλη Εκκλησία, κατά τη διάρκεια των εγκαινίων του Γυμνασίου, η οποία τον είχε ευχαριστήσει με Συνοδικό γράμμα. Προς τον ίδιο τον Βασίλειο, η Κοινότητα δηλώνει την ευγνωμοσύνη της για τη δωρεά του υλικού που περίσσεψε, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την οικοδόμηση κτιρίων συναφών με το Γυμνάσιο· διότι η πόλη, όπως είπαμε ήδη, μεριμνώντας για την ενίσχυση των οικονομικών της, άρχισε να χτίζει οικοδομή στον χώρο που αφιερώθηκε υπό του Κωνσταντίνου Τακιατζή, κοντά στον ναό του Αγίου Νικολάου, σύμφωνα με την απόφαση της 16ης Μαρτίου 1901.

Μια καρδιά τόσο γενναία σε φιλανθρωπικά έργα, όπως η καρδιά του αείμνηστου αυτού άνδρα, επόμενο ήταν να συγκινηθεί από τις εκδηλώσεις αυτές· την 19η Ιανουαρίου 1902, με επιστολή πλήρη φιλοπατρίας, αναγγέλλει ότι κατατέθηκαν στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος 100 ομολογίες από το δάνειο του 1881, δηλαδή 50.000 φράγκα περίπου, οι τόκοι των οποίων έκτοτε θα διατίθενται υπέρ των Σχολών. Το Πατριαρχείο στέλνει ιδιαίτερα ευχαριστήρια γράμματα την 2α και 11η Μαρτίου στο φιλογενές τέκνο της Βασίλειο Βαλταδώρο και η Ελληνική Κυβέρνηση του απονέμει το παράσημο του αργυρού Σταυρού των Ιπποτών (8 Ιουνίου)· η δε πόλη εκφράζει την αιώνια ευγνωμοσύνη της. Όμως, την άνοιξη του ίδιου έτους, μια θλιβερή είδηση έρχεται από τη Βουδαπέστη, ο θάνατος του αείμνηστου Παύλου Χαρίση, που απεβίωσε περί τα τέλη Μαρτίου 1902. Η πόλη, εκδηλώνοντας την ευγνωμοσύνη της, στέλνει συλλυπητήρια στη χήρα Σοφία και τελεί σαρανταήμερο μεγαλοπρεπές μνημόσυνο. Λίγο μετά ο μουτεσαρίφηςτων Σερβίων, με έγγραφο της 21ης Ιουνίου προς τον Μητροπολίτη, δηλώνει ότι παραδόθηκε φάκελος από την Ουγγρική Πρεσβεία, προκειμένου να κοινοποιηθεί στον Μητροπολίτη και τον Πρόεδρο της Κοινότητας. Ο φάκελος αυτός περιείχε αντίγραφα της διαθήκης του Παύλου Χαρίση στην Ουγγρική γλώσσα· κατά συνέπεια, την 21η Ιουνίου, η αντιπροσωπεία αποφασίζει να σταλεί στην Αθήνα ο συγγραφέας του παρόντος, για να μεταγλωττίσει τα έγγραφα στα Ελληνικά· την 8η Ιουνίου τελεί τρίμηνο μνημόσυνο υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του αοίδιμου Παύλου. Λόγω ατυχούς σύμπτωσης όμως εμφανίζονται δυσκολίες στη μετάφραση των αντιγράφων, διότι στην Αθήνα δεν υπήρχαν ειδήμονες της γλώσσας αυτής και ο σταλμένος αντιπρόσωπος, αφού βρέθηκε σε αδιέξοδο, αιτείται τη συνδρομή του υπουργείου των Εξωτερικών, το οποίο ενδιαφερόταν επίσης για το ένα τέταρτο του κληροδοτήματος.

Το υπουργείο μετακαλεί από τη Βουδαπέστη τον κ. Ρούσο Ρουσόπουλο, τον διευθύνοντα του Ελληνικού Προξενείου, και τηλεγραφικώς τοποθετεί προσωρινό αναπληρωτή στην πόλη τον πρόξενο της Τεργέστης κ. Βιτούρη. Ο κ. Ρουσόπουλος είχε ήδη στείλει την 5η Ιουλίου επιστολή προς την Κοινότητα, προτρέποντας την να διορίσει αντιπρόσωπο στη Βουδαπέστη, για να παραβρίσκεται μελλοντικά στις συνεδριάσεις εκεί, οι οποίες αφορούσαν την κληρονομιά του Π. Χαρίση· για το ίδιο ζήτημα, έγραψε συγχρόνως και ο κ. Αλέξανδρος Σαχίνης, η δε κοινότητα αναθέτει προσωρινά την πληρεξουσιότητα στον κ. Ρούση Ρουσόπουλο, ο οποίος κατεβαίνει στην Αθήνα, γύρω στα μέσα Ιουλίου, εκπονεί τη μετάφραση των αντιγράφων κι εκθέτει στον σταλμένο αντιπρόσωπο τα καθέκαστα του ζητήματος. Εν τω μεταξύ, με άλλη επιστολή του μακαρίτη Κωνστ. Τυφοξύλου, προτείνεται στην Κοινότητα να διοριστεί αντιπρόσωπος ο Αιμίλιος Λύκας· η Κοινότητα αμφιταλαντεύεται και αιτείται τη γνώμη του Υπουργείου. Μετά την έκφραση ευχαριστιών προς τον κ. Ρουσόπουλο, για τους κόπους που κατέβαλε να μεταφράσει τα έγγραφα, τα σωματεία, σε συνεδρία της 21 Ιουλίου, μαθαίνουν από τον αντιπρόσωπο, που είχε επανέλθει και είχε φέρει τη μετάφραση, ότι έγιναν μέχρι τούδε δύο συνεδρίες για τα μελλοντικά συμφέροντα του κληροδοτήματος Χαρίση· ένας από τους συγγενείς Κισχ συνεργάστηκε με τον Γεωργ. Χατζή για ν’ αναθέσουν σε δικηγόρο την υπόθεση της προσβολής της διαθήκης και να διαμοιραστούν το προϊόν του κέρδους, σε περίπτωση επιτυχίας· πληροφορούνται ακόμη, ότι η χήρα Σοφία προσπαθεί να διαλύσει τα συμβόλαια του Κισχ επί ποινή μη πληρωμής των 80 κορόνων ανά μήνα, σύμφωνα με την ρήτρα του ΙΧ άρθρου της Διαθήκης· σύμφωνα με τον αντιπρόσωπο, υπάρχει ελπίδα να σωθεί η διαθήκη λόγω της διαφοράς που υπάρχει στις ημερομηνίες των υπογραφών[7] του διαθέτη και των μαρτύρων, η προσεχής συνεδρία θα γίνει την 20η Σεπτεμβρίου και διχάζονται οι γνώμες ως προς το ζήτημα της ημερομηνίας της υπογραφής των μαρτύρων και του διαθέτη. Σε συνεδρία της αντιπροσωπείας και της Εφορείας (11 Σεπτεμβρίου 1902) αναγιγνώσκονται επιστολές των Κωνστ. Ι. Μικρού Λάμπρου Ενυάλη και Μάρκου Βασιλείου περί της επιστολής που έγραψε η χήρα προς τον Πατριάρχη, η οποία δηλώνει τις κληροδοτήσεις της διαθήκης του εκλιπόντος, καθώς και δυο επιστολές του Ρ. Ρουσόπουλου σχετικά με τον διορισμό τακτικού πληρεξούσιου. Στην ίδια συνεδρία, διορίζεται τακτικός πληρεξούσιος ο κ. Ρουσόπουλος· λίγο δε μετά απ’ αυτά, την 30η Οκτωβρίου, η αντιπροσωπεία απαντώντας προς τον Κωνστ. Τυφοξύλο, ο οποίος είχε κατέβει στη Θεσσαλονίκη, δικαιολογείται για το ζήτημα της πληρεξουσιότητας. Επειδή όμως το θέμα άρχισε να δημιουργεί κάποιες δυσχέρειες, η Αντιπροσωπεία της Κοινότητας έγραψε την 25η Οκτωβρίου 1903 προς το υπουργείο των εξωτερικών, εγκρίνοντας την σύσταση του κ. Ρουσόπουλου, που ήταν αντιπρόσωπος στη Βουδαπέστη και πρότεινε να αναλάβει η Ελληνική Κυβέρνηση να συνεννοηθεί με την Ουγγρική, ώστε τις ετήσιες προσόδους των Χαρίσειων Ιδρυμάτων να τις παραλαμβάνει η Ελληνική Κυβέρνηση και να τις στέλνει έπειτα στην Κοζάνη· καθότι δεν αναγνωρίζει η Ουγγρική Κυβέρνηση κληροδοτήματα Ούγγρου υπηκόου υπέρ ξένων και δεν επιτρέπει την αποστολή χρημάτων στο εξωτερικό, ούτε βεβαίως προς την Τουρκία, με την οποία δεν είχε σύμβαση.

 


[1] Περί του ζητήματος τούτου γίνεται λεπτομερής μνεία αλλαχού του έργου.

[2]Ούτος έμπορος αλάτων και άτεκνος, ευκατάστατος δε ων και φιλογενής είχεναφιερώση πολύ μείζον ποσόν τη Σχολή.

[3]Μετά διάλειψιν έτους (1910-1911), καθ’ ο διηύθυνε το ΓυμνάσιονΤσοτυλίου.

[4]Πέτρος Ηλία Βαμβακάς· πρεσβύτερος υιός Ηλία Βαμβακά, διά της δραστηριότητάς του ανέδειξε τον πατρικόν οίκον· υπηρέτησε δε ποικιλοτρόπως τη Κοινοτήτι και τα τέκνα εμόρφωσε επιμελώς.

[5]Δημήτριος Νικ. Μπλιούρας υιός Νικολάου και Αθηνάς Μπλιούρα εξ αρχαίας οικογενείας Βλιώρα εγεννήθη εν Κοζάνη τω 1869 και εν αυτή σπούδασε τα εγκύκλια μαθήματα· φύσει δε αγχίνους και επιμελής τυχών επιμελημένης υπό της μητρός αγωγής διά της ιδιοφυίας του και ικανότητος απέβη σοβαρός παράγων εν τη εμπορική δράσει της πόλεως και ωφέλιμος τη Κοινοτήτι ποικιλοτρόπως. Νυμφευθείς εξ οίκου παλαιού την Βασίλ. Κωνστ. Χαδιώεκτήσατο τέκνα, άπερ και εξεπαίδευσεν επιμελώς· εν δε τη εκπαιδευτική και λοιπή μορφωτική ζυμώσει της Κοινότητας υπήρξε πάντοτε πρόθυμος και γονίμως ειργάσθη προς όφελος της πόλεως.

[6]Γεώργιος Δ. Γκορτσούλης υιός Δημ. Γκορτσούλη εξ επιφανούς οίκου της πόλεως εχρημάτισεν επανειλημμένως έφορος, δημογέρων και μέλος επιτροπειών κοινοτικών, επεμελήθη της πατρικής ουσίας και του κτήματος (εν Γκοβλίτση), εμόρφωσε δε αρκούντως τα τέκνα αυτού και εις πολλάς περιστάσεις εβοήθησε τη πατρίδι υλικώς και ηθικώς. Τα τέκνα αυτού Δημήτριος και Στέφανος (του Βασιλείου αποθανόντος) απέβησαν χρήσιμα μέλη της Κοινότητας.

[7]Γνωστόν, ότι μετά την απογραφήν του διαθέτουεγράφετο εν τη διαθήκη ημερομηνία 11 Μαρτίου 1900, κάτωθεν δε μετά την υπογραφήν των μαρτύρων ημερομην. 10 Μαρτίου 1900.

 

 

 

www.kozani.tv

 

Δημοφιλή νέα...

Πληροφορίες για τα cookies

Τα cookies είναι σύντομες αναφορές που αποστέλλονται και αποθηκεύονται στον σκληρό δίσκο του υπολογιστή του χρήστη μέσω του προγράμματος περιήγησης όταν αυτό συνδέεται στο Ιντερνέτ. Τα cookies μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη συλλογή και αποθήκευση δεδομένων του χρήστη όσο αυτός είναι συνδεδεμένος, για να του παράσχουν τις ζητούμενες υπηρεσίες και που ορισμένες φορές τείνουν να μην διατηρούν. Τα cookies μπορεί να είναι τα ίδια ή άλλων:

  • Technical cookies (τεχνικά cookies) που διευκολύνουν την πλοήγηση των χρηστών και τη χρήση των διαφόρων επιλογών ή υπηρεσιών που προσφέρονται από τον ιστό, όπως προσδιορίζουν τη συνεδρία, επιτρέπουν την πρόσβαση σε ορισμένες περιοχές, διευκολύνουν τις παραγγελίες & τις αγορές, συμπληρώνουν φόρμες & εγγραφές, παρέχουν ασφάλεια, διευκολύνουν λειτουργίες (βίντεο, κοινωνικά δίκτυα κλπ.).
  • Customization cookies (cookies προσαρμογής) που επιτρέπουν στους χρήστες να έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες σύμφωνα με τις προτιμήσεις τους (γλώσσα, πρόγραμμα πλοήγησης - browser, διαμόρφωση, κ.α.).
  • Analytical cookies (cookies ανάλυσης) που επιτρέπουν την ανώνυμη ανάλυση της συμπεριφοράς των χρηστών του Ιντερνέτ, επιτρέπουν την μέτρηση της δραστηριότητας του χρήστη και την ανάπτυξη προφίλ πλοήγησης για την βελτίωση των ιστότοπων.

Ως εκ τούτου, όταν έχετε πρόσβαση στον ιστότοπο μας, σύμφωνα με το Άρθρο 22 του Νόμου 34/2002 των Υπηρεσιών Κοινωνίας της Πληροφορίας, στην αναλυτική επεξεργασία των cookies ζητάμε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση τους, με σκοπό να βελτιώσουμε τις υπηρεσίες μας. Χρησιμοποιούμε την υπηρεσία του Google Analytics για τη συλλογή ανώνυμων στατιστικών πληροφοριών όπως για παράδειγμα ο αριθμός των επισκεπτών στον ιστότοπο μας. Τα cookies που προστίθενται από την υπηρεσία Google Analytics διέπονται από τις πολιτικές απορρήτου του Google Analytics. Αν επιθυμείτε μπορείτε να απενεργοποιήσετε τα cookies από το Google Analytics.

Παρακαλούμε, σημειώστε ότι μπορείτε να ενεργοποιήσετε ή απενεργοποιήσετε τα cookies σύμφωνα με τις οδηγίες του προγράμματος πλοήγησης σας (browser).

Διαβάστε επίσης...

x

PAFILIS 001