Ζοφεροί καιροί για τη Μνημοσύνη (γράφει ο Γιώργος Τσιάκαλος*)
"Ζοφεροί καιροί για τη Μνημοσύνη"
Θα μνημονεύσουμε κι αυτή τη χρονιά στις 2 Σεπτεμβρίου τα θύματα της ναζιστικής βαρβαρότητας στο Χορτιάτη και δεν θα λησμονήσουμε να αναφερθούμε στους συναυτουργούς φασίστες Έλληνες συνεργάτες των κατακτητών.
Καθήκον μιας πολιτισμένης κοινωνίας είναι να διατηρεί με σεβασμό και αγάπη στη μνήμη της τα ονόματα των θυμάτων και υποχρέωση της είναι να υπενθυμίζει τις πολιτικές ταυτότητες –και τα ονόματα, όπου είναι δυνατόν- των δολοφόνων.
Τα «αντίποινα», όπως ονόμαζαν οι Ναζί τις σφαγές τους και την πυρπόληση δεκάδων χωριών στη χώρα μας, χαρακτηρίστηκαν στη Δίκη της Νυρεμβέργης «Έγκλημα κατά της Ανθρωπότητας», και, συνεπώς, όσοι αναζητούν την αιτία του εγκλήματος σε προηγηθείσες πράξεις δεν είναι τίποτε άλλο παρά μόνον απολογητές των Ναζί.
Τα παραπάνω αποτελούσαν μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου το κοινό πλαίσιο όλων των χωρών και των λαών της Ευρώπης σε ό,τι αφορά τη θεώρηση και την εκτίμηση τέτοιων γεγονότων.
Όμως τα τελευταία χρόνια βλέπουμε να ανακηρύσσονται ήρωες και να δοξάζονται οι δολοφόνοι, και, αντίθετα, να διώκονται ως εγκληματίες όσοι/ες πολέμησαν με το όπλο στο χέρι τους Ναζί του Χίτλερ.
Το γεγονός, ότι πολιτικοί με αυτές τις απόψεις (που στη χώρα τους ήδη εφαρμόζονται στην πράξη), καταλαμβάνουν πολιτικές θέσεις υψηλής ευθύνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί παρά να προκαλεί ανησυχία για το μέλλον της Ευρώπης. Ας δούμε ένα παράδειγμα.
Στη Λιθουανία, η μεγάλη Εβραϊκή κοινότητα άνω των 200.000 ατόμων εξοντώθηκε κατά 95% - κυρίως από ντόπιους συνεργάτες των Γερμανών.
Κάποιοι/ες κατάφεραν να δραπετεύσουν, δημιούργησαν ανταρτικές ομάδες και πολέμησαν του Γερμανούς Ναζί και τους ντόπιους συνεργάτες τους.
Οι περισσότεροι/ες σκοτώθηκαν, λίγοι/ες επέζησαν, ελάχιστοι/ες παρέμειναν στη Λιθουανία μετά την ανεξαρτητοποίηση της.
Διάχυτος ο αντισημιτισμός στη χώρα, από το 2006 βρήκε ανταπόκριση σε κυβέρνηση και κράτος, που επέλεξαν να αναδείξουν ως εχθρό όσους/ες πολέμησαν τους ναζί - ιδιαίτερα τους Εβραίους και τις Εβραίες.
Με τα ακροδεξιά ΜΜΕ να τους/ις παρουσιάζουν ως εγκληματίες πολέμου, οι εισαγγελείς ανέλαβαν να συλλάβουν και να οδηγήσουν σε δίκη, κυρίως όσους/ες είχαν γράψει βιβλία για το ολοκαύτωμα και το αντάρτικο στις κατακτημένες από τους ναζί περιοχές της Σοβιετικής Ένωσης.
Όλη η υπόθεση είχε όλα τα στοιχεία μιας οργανωμένης αντισημιτικής και αντισοβιετικής εκστρατείας, στην οποία κυριαρχούσε η χιτλερική θεωρία περί Εβραίο-Μπολσεβίκων εχθρών του Λιθουανικού έθνους.
Πρώτο θύμα ήταν ο Yitzhak Arad, αναγνωρισμένος διεθνώς αντιστασιακός, συγγραφέας πολλών βιβλίων και από το 1972 έως το 1993 διευθυντής του μουσείου Jad Vashem στο Ισραήλ.
Η απάντηση του ξεσκέπασε τη ρεβιζιονιστική πολιτική που ακολουθούσαν οι κυβερνήσεις της Λιθουανίας, με σκοπό να ξεπλύνουν τα ναζιστικά εγκλήματα και τους ντόπιους συνεργάτες των Ναζί:
«Χιλιάδες Λιθουανοί σκοτώθηκαν ή απελάθηκαν στη Σοβιετική Ένωση - αυτό είναι απολύτως αληθές. Αλλά αυτό δεν μπορεί να εξομοιωθεί με το Ολοκαύτωμα. Δεν ήταν πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης να εξοντώσει τον λιθουανικό λαό».
Τελικά, η διεθνής αλληλεγγύη ήταν τόσο ισχυρή, ώστε κανένα άτομο δεν οδηγήθηκε σε δίκη.
Όμως αυτή η πολιτική της Λιθουανίας και των άλλων βαλτικών κρατών έγινε λίγο αργότερα πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Πρωθυπουργός της Λιθουανίας την εποχή της παραπάνω αντισημιτικής προπαγανδιστικής εκστρατείας, ήταν ο Άντριους Κουμπίλιους. Σήμερα είναι Επίτροπος Άμυνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υποστηρίζει πλήρως τα «αντίποινα» του Νετανιάχου στη Γάζα.
Απέναντι σ’ αυτές τις εξελίξεις, η βροντερή υπεράσπιση της Μνημοσύνης στις 2 Σεπτεμβρίου στο Χορτιάτη αποτελεί μέγιστο πολιτικό καθήκον.
*[ Γιώργος Τσιάκαλος - Ομότιμος Καθηγητής Παιδαγωγικής ΑΠΘ ]