Περι-διαβάζοντας Νο_7: Η Πύλη του Γιώργου Μιχαηλίδη, εκδόσεις Καστανιώτη (γράφει ο Παύλος Μουρουζίδης)
Περι-διαβάζοντας Νο_7: Η Πύλη
Ο Γιώργος Μιχαηλίδης (1938-2018), θεατράνθρωπος, σκηνοθέτης και συγγραφέας, γεννήθηκε στη Νέα Ιωνία το 1938. Ξεκίνησε σπουδές στην αρχιτεκτονική τις οποίες διέκοψε για να σπουδάσει υποκριτική. Το φθινόπωρο του 1965 ίδρυσε το Θέατρο Νέας Ιωνίας, το πρώτο λαϊκό περιφερειακό θέατρο στην Ελλάδα. Μέσα στη δικτατορία, δημιουργεί το πρώτο Ανοιχτό Θέατρο στην Κυψέλη, και παράλληλα εξέδωσε το περιοδικό «Ανοιχτό Θέατρο», μια μηνιαία επιθεώρηση πολιτικού θεάτρου. Σκηνοθετεί αρχαίο δράμα, Σαίξπηρ, Τσέχωφ, Μπρεχτ, Γκόρκι, Καμπανέλλη, Στρίντμπεργκ.
Γνωστός έγινε στο τηλεοπτικό κοινό με την σκηνοθεσία του στις σειρές: «Συμβολαιογράφος» «Λαυρεωτικά», «Άθλιοι των Αθηνών», «Κάθοδος», «Θυσία». Δίδαξε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, ενώ έγραψε τα μυθιστορήματα «Πέτρος Δαρζέντας», «Φιλμ Νουάρ», «Τα φονικά», «λάμδα», «Ίλιγγος ’59», «Άγιοι έρωτες» (δύο τόμους), τη μελέτη «Νέοι Έλληνες θεατρικοί συγγραφείς», την τριλογία «Της Μοναξιάς, της Επανάστασης και της Λαγνείας», τη νουβέλα «Η Πύλη».
Αφορμή για το σημερινό σημείωμα, η νουβέλα «Η Πύλη». Μια νουβέλα, η δράση και ο άμεσος προφορικός λόγος της οποίας αρπάζει τον αναγνώστη από το γιακά. Παραθέτουμε μόνο μερικές παραγράφους, ενδεικτικές του ύφους, της γραφής αλλά και της ματιάς του συγγραφέα, μιας νουβέλας από αυτές που οπωσδήποτε εγχαράσσονται βαθιά στη μνήμη όσων ενδιαφέρονται για ανάλογες θεματικές ή/και μοιράζονται με τον συγγραφέα τον τρόπο πρόσληψης του κόσμου.
Ανύποπτος ακόμα ο πρωταγωνιστής, πριν τον χτυπήσει η κρατική/δοσίλογη βία, εξομολογείται:
«… Δε χόρευα δε μίλαγα έπινα μόνο κι όλο κοίταγα κρυφά την Ελένη. Τότε ήταν που αντάμωσαν οι ματιές μας. Όσο μια αστραπή και κάτι λίγο ακόμα. Είπα αν με ξανακοιτάξει, έχω ελπίδα. Και όταν έγινε κι αυτό περίμενα κι άλλη ματιά της. Κι η αστραπή μεγάλωνε κάθε φορά ώσπου εκεί στα μεσάνυχτα που οι μουζικάντηδες είχανε παρατήσει τα όργανα και κουτσοπίνανε, πήρα γω το βιολί και έπαιξα …» (σελ. 11)
Η Ιστορία όμως ράβει άλλα κοστούμια για τους γνωστούς-άγνωστους πρωταγωνιστές και κομπάρσους της. Ο γάμος του πρωταγωνιστή της νουβέλας δεν ολοκληρώνεται ποτέ, καθώς οι Βλάσηδες - δοσίλογοι φονιάδες της περιοχής – σκοτώνουν την οικογένεια, βιάζουν πολλαπλά την παρολίγον γυναίκα του και λεηλατούν ό,τι βρουν. Συντετριμμένος ο Γεράσιμος, διασχίζει την Πελοπόννησο για να φτάσει στην Αθήνα, αναζητώντας την αγαπημένη του, παλεύοντας με συνθήκες άγριες και τα στοιχεία της φύσης, ξεπερνάει κακουχίες παλεύοντας με αγρίμια (τετράποδα και δίποδα), καταδότες, ανθρωπάκια και ληστοσυμμορίτες του καθεστώτος, εκδικείται χωρίς αναστολές αλλά και χωρίς να το έχει επιλέξει. Οι σκηνές είναι τόσο ρεαλιστικά ωμές, που ο Ταραντίνο και ο σκηνοθέτης του «Οι συμμορίες της Νέας Υόρκης οπωσδήποτε θα ζήλευαν:
« … μα δεν πρόλαβε, η μπαλταδιά τον βρήκε στο στήθος και τον χτύπησα πλαγιαστά σα να ‘κοβα δέντρο και χώθηκε το σίδερο μισή σπιθαμή μέσα στα κόκαλά του…»
Xάνεται στη δίνη των γεγονότων, χάνει κάθε ταυτότητα, μόνο ίχνος ανθρωπιάς που του απομένει είναι ο έρωτάς του για την αγαπημένη του. Κι είναι αυτή η νεανική του αγάπη κι η ανάμνηση του πρώτου τους φιλιού που τον κρατάει ακόμα όρθιο και ανθρώπινο παρά την προσωπική σκληράδα, παρά τις πυρκαγιές, το αίμα, την καταστροφή και τον πόνο που παραμονεύουνε παντού:
«Γυρνάω γω να βλέπω τον τοίχο κι όλο έκλαιγα και μίλαγα στην Ελένη. Ελένη μου, μας δίνει ο καιρός την μια συφορά στην άλλη, αλλά εγώ θα δεις, θα κάνω τον καιρό μονοπάτι και θα το πάρουμε πίσω να μας πάει στη ρεματιά της Αγορνίτσας να δώσουμε πάλι το πρώτο μας φιλί.»
και παρακάτω:
«… λες κι ήτανε πλάι μου και μ’ άκουγε. Σαν το κανάτι η ψυχή μου έσπασε και χύθηκε το νερό της, έμεινα μόνο με την απελπισιά. Να πεθάνω έλεγα να κάτσω εδώ να σβήσω.» (σελ. 76)
Μια σκέψη διαπερνά, κλείνοντας το οπισθόφυλλο αυτής της συγκλονιστικής νουβέλας: αν το προσωπικό – οικογενειακό δράμα μπορεί να κάνει έναν άνθρωπο να σκληρύνει τόσο και να αντιπαρέλθει κυνηγητά, κακουχίες και βία, μέχρι πού μπορεί να ωθήσει η οργανωμένη, κατσαπλιάδικη κρατική βία τα ευρύτατα εργατικά και λαϊκά στρώματα; που υποφέρουν κι αγκομαχούν να επιβιώσουν δεκαετίες ολόκληρες τώρα, χωρίς ελπίδα καμιά και με μία και μόνη υπόσχεση των “από πάνω”: τον γενικευμένο και ολοκληρωτικό πόλεμο μέχρις εσχάτων !!
Γιώργου Μιχαηλίδη, Η Πύλη, εκδόσεις Καστανιώτη, συστήνεται ανεπιφύλακτα!
Παύλος Μουρουζίδης
Πτολεμαΐδα, Νοέμβριος 2025














