Ψυχική υγεία: Το αόρατο κόστος μιας κοινωνίας σε μόνιμη πίεση (Γράφει η Τάνια Ώττα)
Η ψυχική υγεία έχει μετατραπεί στο πιο διαδεδομένο και ταυτόχρονα πιο αόρατο πρόβλημα της εποχής μας. Δεν κάνει θόρυβο, δεν σπάει βιτρίνες, δεν μετριέται εύκολα σε αριθμούς.
Κι όμως, διαπερνά οριζόντια μια ολόκληρη γενιά, με τους νέους ανθρώπους να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της φθοράς.
Οι νέοι σήμερα καλούνται να αντέξουν περισσότερα από ποτέ: χαμηλούς μισθούς, ασταθή εργασία, διαρκή αξιολόγηση, αβεβαιότητα για το αύριο. Εργάζονται πολλές ώρες χωρίς προοπτική εξέλιξης, αλλά με συνεχή πίεση για «απόδοση». Η εργασιακή επισφάλεια δεν εξαντλεί μόνο το σώμα· διαβρώνει την ψυχική αντοχή και καλλιεργεί μόνιμο άγχος, ανασφάλεια και φόβο αποτυχίας.
Την ίδια στιγμή, η κοινωνική απομόνωση βαθαίνει. Παρά την υπερσύνδεση των κοινωνικών δικτύων, οι ανθρώπινες σχέσεις γίνονται πιο επιφανειακές. Οι νέοι μιλούν περισσότερο, αλλά επικοινωνούν λιγότερο. Ζουν σε μια μόνιμη σύγκριση με «τέλειες» ζωές άλλων, σε μια ψηφιακή βιτρίνα που ενισχύει την αίσθηση ανεπάρκειας και μοναξιάς.
Το πρόβλημα επιδεινώνεται από την έλλειψη ουσιαστικής στήριξης. Οι δημόσιες δομές ψυχικής υγείας είναι υποστελεχωμένες, η πρόσβαση σε ψυχολόγο ή ψυχίατρο συχνά προϋποθέτει χρόνο, χρήμα και υπομονή. Για πολλούς νέους, η ψυχική φροντίδα παραμένει πολυτέλεια και όχι δικαίωμα.
Παράλληλα, το κοινωνικό στίγμα δεν έχει εξαφανιστεί. Η ψυχική δυσκολία συνεχίζει να αντιμετωπίζεται ως αδυναμία χαρακτήρα και όχι ως πραγματικό πρόβλημα υγείας. Έτσι, πολλοί σιωπούν. Μαθαίνουν να «αντέχουν», να «σφίγγουν τα δόντια», μέχρι το βάρος να γίνει δυσβάσταχτο.
Η ψυχική υγεία, όμως, δεν είναι ατομική υπόθεση. Είναι συλλογικό ζήτημα και πολιτική ευθύνη. Μια κοινωνία που πιέζει τους νέους χωρίς να τους στηρίζει, που απαιτεί παραγωγικότητα χωρίς ασφάλεια και ταυτόχρονα τους αφήνει μόνους, δεν μπορεί να προσποιείται ότι εκπλήσσεται από την αύξηση της κατάθλιψης, του άγχους και της απόγνωσης.
Η Πολιτεία οφείλει να θεσπίσει άμεσα δωρεάν και υποχρεωτική πρόσβαση κάθε νέου έως 30 ετών σε έναν ελάχιστο αριθμό συνεδριών ψυχικής υποστήριξης ετησίως, μέσω των δημόσιων δομών υγείας και της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας, χωρίς εισοδηματικά κριτήρια και χωρίς λίστες αναμονής. Παράλληλα, απαιτείται η μόνιμη στελέχωση των Κέντρων Ψυχικής Υγείας σε κάθε Περιφερειακή Ενότητα και η ένταξη ψυχολόγου σε όλα τα σχολεία και τα πανεπιστήμια. Η ψυχική υγεία δεν μπορεί να εξαρτάται από το πορτοφόλι ή την τύχη· πρέπει να κατοχυρωθεί θεσμικά ως αυτονόητο κοινωνικό δικαίωμα.
Η φροντίδα της ψυχικής υγείας δεν μπορεί να περιορίζεται σε καμπάνιες και hashtags. Χρειάζεται πολιτικές που θα μειώνουν την εργασιακή επισφάλεια, θα ενισχύουν τις δημόσιες δομές, θα αποκαθιστούν την αξία της ανθρώπινης σχέσης και θα δίνουν στους νέους λόγο να ελπίζουν. Γιατί το αόρατο πρόβλημα της εποχής μας έχει πολύ πραγματικές συνέπειες — και δεν αντέχει άλλη σιωπή.
Τάνια Ώττα














