Μανώλης Παναγιωτάκης: Από την κυβέρνηση μεθοδεύτηκε η μείωση και απαξίωση της λιγνιτικής παραγωγής με στόχο τον τερματισμό της πολύ νωρίτερα...
Μανώλης Παναγιωτάκης:
Με αφορμή τα προβλήματα που προκαλεί ο πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν στη διεθνη οικονομια και ειδικότερα στο ενεργειακό της Ευρώπης , η εφημερίδα Documento μου απηύθυνε ορισμένα ερωτήματα για την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας ,τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας ,την εμμονή στη μη χρήση του λιγνίτη σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες κλπ. Για τα ζητήματα αυτά παραθέτω τις ερωταπαντήσεις που έστειλα στην εφημερίδα .
Καλή ανάγνωση.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Την ώρα που χώρες όπως η Γερμανία και η Ιταλία επανεξετάζουν ή επεκτείνουν τη χρήση άνθρακα για λόγους ενεργειακής ασφάλειας, γιατί η Ελλάδα επιμένει κατά τη γνώμη σας να κρατά τον λιγνίτη σχεδόν τελείως εκτός συστήματος, ακόμη και σε συνθήκες ενεργειακού πολέμου και εκτίναξης τιμών;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Είναι γνωστό ότι ο Πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης, δύο μόλις μήνες μετά τις εκλογές του Ιουλίου του 2019,και συγκεκριμένα το Σεπτέμβριο, ανακοίνωσε από το βήμα του ΟΗΕ στη Ν. Υόρκη τον τερματισμό της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη μέχρι το 2028.Η ανακοίνωση αυτή έγινε εντελώς αιφνιδιαστικά ,χωρίς καν να έχει γίνει η παραμικρή νύξη στις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης στη Βουλή, και βέβαια χωρίς να έχει προηγηθεί ο παραμικρός διάλογος για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα στρατηγικής σημασίας για τη χώρα. Αυτό συνιστά πολύ σοβαρό ζήτημα δημοκρατίας. Ας σημειωθεί ότι στη Γερμανία αποφασίστηκε ο τερματισμός της παραγωγής από άνθρακα το 2037, μετά από 3ετή δημόσιο διάλογο από το 2014 μέχρι το 2017!
Ωστόσο για την Κυβέρνηση ούτε το 2028 είναι ικανοποιητικό. Έτσι μεθοδεύτηκε η μείωση και απαξίωση της λιγνιτικής παραγωγής με στόχο τον τερματισμό της πολύ νωρίτερα. Και αυτό παρά το τεράστιο κόστος για τη χώρα από το πανάκριβο εισαγόμενο LNG,που υποκαθιστά τον ελληνικό λιγνίτη. Κόστος που επιβαρύνει το εμπορικό μας ισοζύγιο κατά εκατοντάδες εκ. ευρώ το χρόνο(αρκετά πάνω από 2 δις. από το 2020 και εντεύθεν), που αποτελεί τον κύριο παράγοντα της ακρίβειας και της κρίσης της πρωτογενούς και δευτερογενούς παραγωγής και, έχει οδηγήσει τη Δυτική Μακεδονία σε μαρασμό.
Ο τερματισμός της λιγνιτικής παραγωγής
1). Δεν έγινε για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος. Με λιγνιτική παραγωγή πλέον του 20% της ετήσιας συνολικής παραγωγής μέχρι το 2030, και 12% στη συνέχεια οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στη χώρα μας (στις οποίες περιλαμβάνονται και οι εκπομπές CO2) θα ήταν πολύ χαμηλότερες από τα αυστηρότατα όρια που έχει καθορίσει η ΕΕ από το Δεκέμβριο του 2020.
2). Δεν έγινε για λόγους οικονομικούς. Ακόμη και αν παραβλέψουμε την επιβάρυνση του εμπορικού ισοζυγίου, λιγνιτικές μονάδες όπως η Πτολεμαΐδα 5,η πιο σύγχρονη πανευρωπαϊκά λιγνιτική μονάδα, και η Μελίτη στη Φλώρινα που άρχισε να λειτουργεί μόλις το 2004, μπορεί να είναι ανταγωνιστικότερες των μονάδων φυσικού αερίου ,ακόμη και χωρίς την εκτόξευση των τιμών του καυσίμου αυτού λόγω των διεθνών κρίσεων. Με τις σημερινές τιμές του φυσικού αερίου καθώς και τις τιμές που επικρατούσαν στο μεγαλύτερο διάστημα της περασμένης πενταετίας, λιγνιτικές μονάδες όπως αυτές του Αγ. Δημητρίου Κοζάνης και η Μεγαλόπολη 4 μπορούν να παράγουν πολύ φθηνότερα από τις μονάδες του φυσικού αερίου. Σύμφωνα με μελέτη του ΕΜΠ, εάν το 2022 λειτουργούσε η Πτολεμαΐδα 5 το συνολικό κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας θα ήταν μειωμένο κατά 1,2 δις ευρώ!
3). Δεν έγινε για λόγους ανάπτυξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας(ΑΠΕ). Το δίλημμα λιγνίτης η ΑΠΕ, που προβάλλεται από άγνοια η σκοπιμότητα, είναι απολύτως παραπλανητικό. Το πραγματικό δίλημμα είναι λιγνίτης η φυσικό αέριο. Οι ΑΠΕ, και κυρίως τα Φωτοβολταικά και η Αιολική παραγωγή, λόγω της ραγδαίας εξέλιξης της τεχνολογίας είναι πλέον πολύ ανταγωνιστικές και κατά συνέπεια συν τω χρόνω εκτοπίζουν τη θερμική παραγωγή, από λιγνίτη η από φυσικό αέριο. Ο μοναδικός περιορισμός είναι η στοχαστικότητα τους ,δηλαδή η εξάρτηση τους από τις καιρικές συνθήκες. Αυτό μπορεί να αντιμετωπιστεί με την αποθήκευση(μπαταρίες η αντλησιοταμίευση).Η κυβέρνηση καθυστερεί εντελώς αδικαιολόγητα να καθορίσει το θεσμικό πλαίσιο για την αποθήκευση, η οποία σύμφωνα με τους φορείς των σχετικών επενδυτών με τα σημερινά δεδομένα θα αύξανε την παραγωγή από ΑΠΕ κατά 10% εκτοπίζοντας ίση παραγωγή από φυσικό αέριο. Αυτή προφανώς είναι η αιτία της καθυστέρησης. Δεν είναι λοιπόν ο λιγνίτης που εμποδίζει την ανάπτυξη των ΑΠΕ αλλά το φυσικό αέριο και τα συμφέροντα που ασχολούνται με αυτό.
4). Δεν έγινε για λόγους συμμόρφωσης με την πολιτική της ΕΕ. Είναι γνωστό ότι η ΕΕ είχε αποδεχτεί το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα(ΕΣΕΚ) που είχε καταρτίσει ύστερα από μελέτη και δημόσιο διάλογο η προηγούμενη Κυβέρνηση το 2018,και το οποίο προέβλεπε σταδιακή μείωση της λιγνιτικής παραγωγής μέχρι το 2030 και συνέχισή της σε ποσοστό 17% της συνολικής παραγωγής μετά το 2030.
Ο τερματισμός της λιγνιτικής παραγωγής είναι καθαρά πολιτική απόφαση που έβλαψε και βλάπτει το συμφέρον της χώρας, την εκθέτει σε όλους τους κινδύνους διεθνών αναταράξεων και κρίσεων, και την καθιστά παρά την ανάπτυξη των ΑΠΕ την πλέον εξαρτημένη από εισαγόμενα καύσιμα ευρωπαϊκή χώρα με ποσοστό εξάρτησης πλέον του 75%. Βεβαίως εξυπηρετεί το κύκλωμα του φυσικού αερίου, και ειδικότερα του LNG στο οποίο συμμετέχουν πολύ μεγάλα συμφέροντα εγχώρια και διεθνή.
Τα προηγούμενα νομίζω ότι απαντούν στο ερώτημα σας ,γιατί επιμένει η κυβέρνηση ,σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στον τερματισμό της λιγνιτικής παραγωγής. Μάλιστα υπάρχει πληροφορία ότι πρόσφατα το Υπουργείο Ενέργειας έδωσε εντολή στη διοίκηση της ΔΕΗ να τερματίσει ολοσχερώς τη λιγνιτική παραγωγή μέχρι το Σεπτέμβριο δημιουργώντας συνθήκες που θα δυσχεράνουν κάθε απόπειρα επαναλειτουργίας των μονάδων σε περίπτωση αλλαγής της ενεργειακής πολιτικής από μια άλλη κυβέρνηση.
Αυτή η επιλογή αν μέχρι σήμερα ήταν εξαιρετικά επιζήμια, με την προοπτική που διαμορφώνεται εξαιτίας του πολέμου στη Μ. Ανατολή, λαμβάνοντας υπόψη τις εκτιμήσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας καθώς και τις δηλώσεις των αρμοδίων κοινοτικών παραγόντων για τα προβλήματα επάρκειας εφοδιασμού ,μπορεί να αποβεί καταστροφική.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Στην Ελλάδα η τιμή του ρεύματος καθορίζεται σχεδόν πάντα από μονάδες φυσικού αερίου και σε ποσοστό έως 85% από το TTF. Αυτό σημαίνει ότι κάθε διεθνής κρίση μεταφέρεται άμεσα στους λογαριασμούς, αναφέρουν οι αναλύσεις. Γιατί δεν έχει υπάρξει μέχρι σήμερα μια παρέμβαση στο ενεργειακό μείγμα -με επιστροφή και σε μονάδες βάσης όπως ο λιγνίτης- ώστε να σπάσει αυτή η εξάρτηση;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Στη χώρα μας η χονδρική τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας καθορίζεται μέσω του Χρηματιστηρίου Ενέργειας από τις μονάδες φυσικού αερίου, οι οποίες λειτουργούν κατά κύριο λόγο, όταν δεν παράγουν οι ΑΠΕ από έλλειψη ήλιου η ανέμου. Το κόστος παραγωγής αυτών των μονάδων εξαρτάται πράγματι από την τιμή του φυσικού αερίου όπως διαμορφώνεται στο TTF της Ολλανδίας . Έτσι είμαστε εκτεθειμένοι πλήρως στις διεθνείς κρίσεις.
Ωστόσο δεν είναι μόνο το κόστος παραγωγής που διαμορφώνει τις τιμές. Είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό η λειτουργία της αγοράς ,και συγκεκριμένα η πρακτική των τεσσάρων μεγάλων παραγωγών που συμμετέχουν στο Χρηματιστήριο. Με την πρακτική τους αυτή διαμορφώνονται τιμές πολύ μεγαλύτερες ακόμη και πολλαπλάσιες από το κόστος παραγωγής. Βεβαίως εδώ παρατηρείται και παντελής απουσία ελέγχων από τις αρμόδιες αρχές ΡΑΕ-Επιτροπή Ανταγωνισμού με την πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης.
Στο σημείο αυτό αξίζει να σταθούμε στην πρακτική της ΔΕΗ. Η μείωση της συμμετοχής του κράτους στο μετοχικό της κεφάλαιο σε καμία περίπτωση δεν έχει μειώσει τη δυνατότητα του δημοσίου να την ελέγχει, καθώς διατηρεί το 34% και πλέον του μετοχικού της κεφαλαίου και είναι ο βασικός-κυρίαρχος μέτοχος της . Καμία στρατηγική επιλογή της ΔΕΗ δεν γίνεται χωρίς την έγκριση η την υπόδειξη της κυβέρνησης. Αν ήθελε η κυβέρνηση, η ΔΕΗ στο Χρηματιστήριο καθώς και στη διαμόρφωση της λιανικής τιμής θα ήταν παράγοντας συγκράτησης –μείωσης των τιμών. Βεβαίως τότε δεν θα παρουσίαζε το σημερινά υπερκέρδη για τα οποία επαίρεται η Κυβέρνηση και η διοίκηση της ,αλλά από τα οποία επωφελούνται οι μέτοχοι και υποφέρει η οικονομία και η κοινωνία.
Υπενθυμίζεται ότι το 2019 το τιμολόγιο της ΔΕΗ ήταν 8,6 λεπτά η κιλοβατώρα. Τα τελευταία χρόνια, και πριν τον πόλεμο στη Μ. Ανατολή, η τιμή κυμαίνεται στα 13-17 λεπτά. Και αυτό παρά το γεγονός ότι σήμερα η παραγωγή από ΑΠΕ ,και μάλιστα πολύ φθηνότερων λόγω της εξέλιξης της τεχνολογίας, έχει υπερδιπλασιαστει. Αυτή η αύξηση της παραγωγής από ΑΠΕ, σε συνδυασμό με αύξηση της λιγνιτικής παραγωγής θα οδηγούσε σε τιμές χαμηλότερες από το 2019.Η σημερινή ακρίβεια του ηλεκτρικού ρεύματος είναι καθαρά πολιτική επιλογή. Δεν πρέπει ακόμη να παραβλέπουμε ότι οι λογαριασμοί επιβαρύνονται ακόμη περισσότερο από τη μεγάλη αύξηση των τελών για τον ΔΕΔΔΗΕ και τον ΑΔΜΗΕ, ο τρόπος λειτουργίας των οποίων πρέπει να γίνει αντικείμενο ειδικής έρευνας.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Κάποιοι αντιτίθενται στην επιστροφή στον λιγνίτη, επισημαίνοντας το υψηλό περιβαλλοντικό κόστος και τις δεσμεύσεις για μείωση των εκπομπών CO₂. Σε μια περίοδο όμως ενεργειακής αστάθειας και εκτίναξης των τιμών, πώς μπορεί --αν μπορεί- να ισορροπήσει μια χώρα ανάμεσα στην ενεργειακή ασφάλεια και την κλιματική πολιτική
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Μια ορθολογική ενεργειακή πολιτική βασίζεται στο τρίπτυχο Ασφάλεια εφοδιασμού-κόστος-προστασία του περιβάλλοντος. Και οι τρεις αυτοί οι παράγοντες πρέπει να λαμβάνονται εξίσου υπόψη στο σχεδιασμό της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Μάλιστα υπάρχει σημαντική αλληλεπίδραση μεταξύ τους. Ας θυμηθούμε την κρίση του 2012-2015 οπότε εξαιτίας της φτωχοποίησης σε συνδυασμό με την ακρίβεια της ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία μεταξύ 2012-2015 είχε ανατιμηθεί κατά 42%,οι συμπολίτες μας έκαιγαν ότι διέθεταν στα τζάκια τους με αποτέλεσμα την πνιγηρή ατμόσφαιρα των πόλεων.
Βεβαίως ανάλογα με τη συγκυρία, για κάποιον από αυτούς τους παράγοντες μπορεί να γίνουν εκπτώσεις. Έτσι παρακολουθούμε κατά καιρούς τους εκπροσώπους της ΕΕ να είναι ελαστικότεροι στην παραγωγή από στερεά καύσιμα, και συνακόλουθα στις αυξημένες εκπομπές CO2.
Ωστόσο για τη χώρα μας δεν υπάρχει το δίλημμα ενεργειακή ασφάλεια η προστασία του περιβάλλοντος. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως ακόμη και με 20% και πλέον συμμετοχή της λιγνιτικής παραγωγής μέχρι το 2030,και 12% στη συνέχεια οι εκπομπές του CO2 θα είναι πολύ χαμηλότερες από τα αυστηρά όρια της ΕΕ. Αυτή η λιγνιτική παραγωγή η οποία θα εκτοπίσει αντίστοιχη παραγωγή από φυσικό αέριο θα συμβάλλει ουσιαστικά στην ενεργειακή ασφάλεια, θα μειώσει την έκθεση της χώρας μας στους εξωγενείς παράγοντες και διεθνείς κρίσεις και, σε συνδυασμό με τη σωστή λειτουργία της αγοράς και την αλλαγή της πολιτικής της ΔΕΗ θα μειώσει σημαντικότατα το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και συνακόλουθα την ακρίβεια. Το ζήτημα πάντα είναι η πολιτική βούληση.
Απριλιος 2026
Ε.Μ.ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗΣ













