«Μια πόλη που αδειάζει στη βροχή» (γράφει ο Πέτρος Δάλλας)
«Μια πόλη που αδειάζει στη βροχή».
--------
Πόσο δειλά γνέφουμε πλέον σε μια δυσφορία για όλα τα πέριξ και τα τριγύρω μας... σχεδόν τα πάντα...έβρεξε...πολύ...και τα κοντομάνικα εξαφανίστηκαν κάτω από εκείνα τα πιο βαριά ρούχα που δεν τολμήσαμε ακόμα να αποσύρουμε στις ντουλάπες μας ή έστω πάνω σε κανένα απίστευτα βαρύ ποδήλατο γυμναστικής που κάποτε στριμώχναμε στα μικρά δωμάτιά μας...εκείνο το σχεδόν αχρησιμοποίητο τιμόνι με τις λαβές επενδεδυμένες απο καουτσούκ έβλεπαν τις κάποτε κείνες τις φαρδιές ζώνες με το χαρακτηριστικό 501 να κρέμονται...αναμνήσεις που το σουλατσάρισμα στη βροχή φέρνει καμια φορά στο νου, θαρρείς κι οι ασταμάτητες στάλες που χτυπούν σε κάθε λογής επιφάνεια ομοιάζουν με τον αφυπνιστικό ήχο ενός σήμαντρου...και κάπως έτσι οι λακούβες γίνονται καμβάδες ασαφώς ορισμένου πλαισίου που εγγράφεται εντός τους η ομορφιά που μας διαφεύγει καθώς στη βροχή το βλέμμα είναι χαμηλωμένο...λίγοι είναι αυτοί που κοιτάζουν ψηλά σαν βρέχει...προτιμούν να ανοίγουν το βήμα καθώς μουσκεύονται κι γεμίζει από πίσω το μπατζάκι πιτσίλες...άλλοι δε, κοιτάζουν να τραβηχτούν μακρύτερα από τον δρόμο, για να προστατεύονται από τα μπαλκόνια, κι ας έχουν παρασόλια ανά χείρας και προσπαθούν να μη βραχούν από το σκάσιμο καμιάς ρόδας σε στου δρόμου τις αστοχίες...όλα γρήγορα, πιλάλα, φούρια και βιασύνη για να ερημώσει ο τόπος...λες και τούτο δεν το βλέπουμε καιρό τώρα, όχι απλώς να έρχεται αλλά πλέον να το μετράμε σε φυγές και άδεια καθίσματα...ίσως αυτή να είναι μια πιο σημαντική γκρίνια, μια δυσφορία που γεμίζει το μέσα μας, μια αγανάκτηση που ακόμη δεν έχει βγει λες και προσπαθεί να μας σκάσει...ακόμη και τους ταξιδευτές των καναλιών που δεν λογίζουν από στάλες μα παρατηρούν από μακριά, τελικά ίσως και κοντύτερα...για λίγο ακόμα...













