Π. Κουκουλόπουλος: «Ξεχωριστή κάλπη στα χωριά και ενδοδημοτική αποκέντρωση, το μήνυμά μας στην ύπαιθρο»
Βασικά σημεία από την ομιλία του Πάρι Κουκουλόπουλου, Αντιπροέδρου της Βουλής και Βουλευτή Κοζάνης του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, στην Ολομέλεια για τον Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Η Γ’ Ελληνική Δημοκρατία θεσμοθέτησε το 1975 το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα του 50%+1 με τα 3/5 στο Δημοτικό Συμβούλιο, και με αυτό το σύστημα διεξήχθησαν οκτώ συνεχείς, αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις. Δεν διαπιστώθηκε κάποιο σοβαρό πρόβλημα.
Από το 2005 ξεκίνησαν οι αλλαγές του εκλογικού νόμου, με τον λεγόμενο “νόμο Παυλόπουλου”. H σημερινή είναι η 5η αλλαγή εκλογικού νόμου για την Τοπική Αυτοδιοίκηση.
Οι συνεχείς αλλαγές εκλογικού νόμου αποδεικνύουν κάτι απλό: είναι απόδειξη ανωριμότητας της Ελληνικής Δημοκρατίας. Αλλάζουμε συνεχώς εκλογικά συστήματα (είτε για την εκλογή Κυβέρνησης είτε Τοπικής Αυτοδιοίκησης) και συζητάμε συνεχώς γι’ αυτά. Στις ώριμες Δημοκρατίες αυτά είναι ξεπερασμένα ζητήματα.
Εν προκειμένω, πρόκειται και για λάθος. Αυτή η αλλαγή, όπως και οι προηγούμενες τρεις (πλην του “Καλλικράτη” που επανέφερε το 50%+1), όλες έχουν μία κοινή αφετηρία: ουσιαστικά, μήπως μπορούμε να τελειώνουμε από την πρώτη Κυριακή. Και ο “Κλεισθένης” αυτό έλεγε στην αρχή, αλλά μετά μπήκε το 50%+1 για τον Δήμαρχο, αλλοιώνοντας όλο το τότε πόνημά τους, που υποτίθεται πως θα ήταν η θεσμοθέτηση της “απλής αναλογικής”.
Το κοινό λάθος στο “νόμο Παυλόπουλου”, στο 43% του “νόμου Βορίδη” και στο σημερινό υπό ψήφιση σύστημα (πέραν των συνταγματικών παραμέτρων για τις οποίες άλλωστε καταθέσαμε ένσταση αντισυνταγματικότητας) έγκειται στο εξής:
Παντού στην Ευρώπη ο κανόνας (με πολύ λίγες εξαιρέσεις) είναι πως ο Δήμαρχος έχει πλειοψηφία και στο λαό και στο Δημοτικό Συμβούλιο. Είτε έχουν αναλογικά συστήματα (όπου αυτό προκύπτει έμμεσα, διότι μόνον οι 50%+1 με απλή αναλογική μπορούν να αναδείξουν Δήμαρχο μέσα στο Δημοτικό Συμβούλιο) είτε έχουν αμιγώς πλειοψηφικά με το 50%+1.
Ο λόγος για τον οποίο η πολιτική σταθερότητα ορίζεται τοπικά σε όλες τις χώρες σε άλλο επίπεδο, πολύ υψηλότερο από της Κεντρικής Κυβέρνησης, πηγάζει από τη φύση του αυτοδιοικητικού θεσμού. Όλα αυτά τα πονήματα στην Ελλάδα και με την ιλαροτραγική εξέλιξη του Κλεισθένη, αυτό το μεγάλο λάθος έκαναν. Παρέκαμψαν αυτήν τη μεγάλη αλήθεια, ότι αλλιώς ορίζεται κεντρικά η κυβερνητική σταθερότητα, αλλιώς η σταθερότητα τοπικά. Το διακύβευμα δεν είναι πως θα τελειώνουμε σε μία Κυριακή.
Άρα, λοιπόν, το πλειοψηφικό που υπήρχε στην Ελληνική Δημοκρατία, είναι αυτό που χρειάζεται ο θεσμός, για να βαδίσει σε ευρωπαϊκή πορεία, για την οποία θα μιλήσω παρακάτω.
Υπάρχει, βεβαίως, ένα ζήτημα με το εκλογικό σύστημα, αποτιμώντας ό,τι έγινε με τον “Κλεισθένη” στις Κοινότητες. Δεν μιλάω προφανώς σε καμία περίπτωση για 3ο βαθμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ούτε έμμεσο ούτε άμεσο. Πρέπει, όμως, να δούμε σοβαρά την ξεχωριστή κάλπη στις Κοινότητες. Στα χωριά μας (δεν αναφέρομαι στις κωμοπόλεις), να αποδεσμευτεί η εκλογή των κοινοτικών οργάνων από το κεντρικό ψηφοδέλτιο. Βάσει της εμπειρίας εφαρμογής του “Κλεισθένη”, στο 90% των περιπτώσεων αυτός που εκλέχθηκε ήταν πραγματικά ο πρώτος του χωριού, η καθαρή προτίμηση του χωριού. Η ύπαιθρος σήμερα χρειάζεται ένα μήνυμα από τη Βουλή, ότι την ακούει, πολύ περισσότερο μετά τις μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις των αγροτών το χειμώνα. Ένα μήνυμα από τη Βουλή προς την περιφέρεια που δεν την αγγίζει ο τουρισμός, με αποτέλεσμα να συρρικνώνεται και να παρακμάζει.
Συνεπώς, υπάρχει ανάγκη Ενδοδημοτικής Αποκέντρωσης. Δεν θα τη σώσει η ξεχωριστή κάλπη την ελληνική περιφέρεια, δεν εννοώ αυτό. Προτείνω, όμως, να θωρακίσουμε θεσμικά και οικονομικά τις αρμοδιότητες των κοινοτικών αιρετών οργάνων. Το κάναμε πολλοί Δήμαρχοι με τον “Καποδίστρια”. Γνωρίζω πως η πρόταση δεν είναι δημοφιλής ανάμεσα στους Δημάρχους. Το ξέρω γιατί, ως πρώτος αιρετός Πρόεδρος της ΚΕΔΚΕ (όπως λεγόταν τότε), μόνο δύο φορές έχασα ψηφοφορία, ενώ σε όλα παίρναμε κατά 99% ομόφωνες αποφάσεις: όταν ζήτησα να θεσμοθετήσουμε τις αρμοδιότητες που εγώ και κάποιοι άλλοι Δήμαρχοι ήδη δίναμε στα Τοπικά Συμβούλια. Δεν είναι δημοφιλής η πρόταση στους Δημάρχους, αλλά τη χρειάζεται η κοινωνία και η Χώρα.
Φεύγοντας από τα εκλογικά, ποιο είναι το διακύβευμα που ουσιαστικά δεν θίγει ο Κώδικας; Το στρατηγικό πλαίσιο για την Τοπική Αυτοδιοίκηση, που είναι ένα και μοναδικό: η σύγκλιση με το σύγχρονο Κράτος. Με το κεκτημένο, δηλαδή, των ώριμων Δημοκρατιών του “παλιού Βορρά” (όπως το όρισε ο Eric Hobsbawm). Εκεί τα κράτη οικοδομήθηκαν αποκεντρωμένα και αυτοδιοικητικά, δεκαετίες τώρα και βρίσκονται στον “αστερισμό” των πόλεων και των περιφερειών. Αντίθετα, η Ελλάδα επιμένει σ’ ένα μοντέλο υπερσυγκεντρωτισμού.
Το μοντέλο εκείνων υιοθετήθηκε μεταπολεμικά, θεοποιώντας την αποτελεσματικότητα. Αυτό ήταν το ζητούμενο. Στα χρόνια της παγκοσμιοποίησης, αυτή η τάση ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο, γιατί επιβεβαιωνόταν η εθνική κυριαρχία από κάτω προς τα πάνω (καθώς στο υψηλό επίπεδο υπήρχε αμφισβήτηση). Σήμερα, που είμαστε σε μια άλλη περίοδο, στην εποχή των “ταυτοτήτων”, ενδυναμώνεται έτι περαιτέρω αυτή η τάση, γιατί ακριβώς στα ζητήματα των ταυτοτήτων ρυθμίζονται αυθεντικά και δημοκρατικά σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο.
Επομένως, είναι πολύ βαρύ το τίμημα της απόκλισης της Χώρας μας. Πρέπει να χαράξουμε το σωστό δρόμο, θέτοντας στόχους, πριν διαμορφώσουμε το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο. Ουσιαστικά, ο στόχος είναι ένας: Η Τοπική Αυτοδιοίκηση Α’ και Β’ βαθμού πρέπει να μπει επικεφαλής στη μάχη κατά των ανισοτήτων. Κοινωνικών, περιφερειακών και ενδοπεριφερειακών ανισοτήτων. Αυτό είναι το μεγάλο ζητούμενο.
Για την Τοπική Αυτοδιοίκηση το πεδίο είναι ξεκάθαρο: Ενεργειακή Δημοκρατία. Επαναθεμελίωση του Κράτους Πρόνοιας από κάτω προς τα πάνω. Μείωση του ψηφιακού χάσματος για το κομμάτι του πληθυσμού που δεν έχει ψηφιακές δεξιότητες. Ιδού τα πεδία. Σε αυτά δεν θίγει κάτι ο Κώδικας, δεν υπάρχουν εισερχόμενα, δεν υπάρχει διεκδίκηση. Αυτό είναι, όμως, το ζητούμενο που μια εμπνευσμένη πολιτική πρέπει να βάλει μπροστά.
Και υπάρχουν αποδείξεις συγκεκριμένες για το τι μπορούμε να καταφέρουμε. Όπως όταν ο αείμνηστος Πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης μας εμπιστεύτηκε ως Τοπική Αυτοδιοίκηση, αποκεντρώνοντας πόρους στις ΔΕΥΑ και -χάρη σ’ εκείνη την αποκέντρωση των πόρων του Ταμείου Συνοχής- έχουν πολλαπλασιαστεί οι γαλάζιες σημαίες, στηρίζοντας ακόμα και σήμερα τα έσοδα της Χώρας. Όπως όταν αποκεντρώθηκαν τα προνοιακά επιδόματα και έτσι με τη συμβολή των Δήμων το Κράτος εξοικονόμησε 1,2 δις.
Γιατί να μην αποκεντρώσουμε, όπως η Δανία, όλους τους πόρους απασχόλησης στις περιφέρειες, με μοναδικούς δικαιούχους τους Δήμους; Γιατί να μην αποκεντρώσουμε τα σχέδια βελτίωσης και στη συνέχεια όλο το Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης στις περιφέρειες;
Αυτό είναι το πραγματικά επιτελικό Κράτος, το αποκεντρωμένο Κράτος. Ήταν και παραμένει το μεγάλο ζητούμενο, για όλους όσοι πιστεύουμε σ’ αυτό το όραμα.
Αναλυτικότερα στο video: https://youtu.be/PnPAn5esPxg













