Με το περιστέρι, λοιπόν! (της Παρθένας ΤΣΟΚΤΟΥΡΙΔΟΥ)
----------
Κάποτε το ταχυδρομείο ήταν μια υπόσχεση.
Έγραφες ένα γράμμα, έβαζες έναν φάκελο σε μια τσάντα, εμπιστευόσουν ένα γραμματόσημο και περίμενες.
Όχι πάντα με ανυπομονησία.
Κάποτε με αγωνία, κάποτε με ελπίδα.
Υπήρχε, όμως, η στοιχειώδης βεβαιότητα ότι κάπου ανάμεσα στον αποστολέα και τον παραλήπτη υπήρχε ένας μηχανισμός που είχε αναλάβει να ενώσει την απόσταση.
Σήμερα, η απόσταση μοιάζει να μεγαλώνει ξανά.
Στέλνεις κάτι με τα ΕΛΤΑ και περιμένεις εβδομάδες.
Ακούς για αποστολές που ξεπερνούν τον μήνα.
Στέλνεις με courier και, όταν η καθυστέρηση τραβάει σε μάκρος, αναρωτιέσαι αν το δέμα ταξιδεύει ή αν έχει αποφασίσει να αποκτήσει μόνιμη κατοικία σε κάποια αποθήκη.
Κι εν τω μεταξύ, υποκαταστήματα κλείνουν, η εξυπηρέτηση μεταφέρεται σε εναλλακτικά σημεία, οι θυρίδες πολλαπλασιάζονται και η λέξη «εκσυγχρονισμός» επιστρατεύεται για να περιγράψει έναν κόσμο στον οποίο ο πολίτης καλείται διαρκώς να προσαρμόζεται σε λιγότερες επιλογές.
Ας είμαστε δίκαιοι: η αλληλογραφία έχει μειωθεί, το κόστος λειτουργίας είναι πραγματικό και η τεχνολογία προσφέρει λύσεις που πριν από λίγα χρόνια θα έμοιαζαν αδιανόητες.
Οι αυτόματες θυρίδες, όπως εκείνες της BOX NOW, εξυπηρετούν πραγματικές ανάγκες.
Δεν είναι αυτές το πρόβλημα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η νέα τεχνολογία παρουσιάζεται ως απάντηση σε κάθε παλιά δυσλειτουργία, λες και μια θυρίδα μπορεί να αναπληρώσει από μόνη της ένα οργανωμένο ταχυδρομικό δίκτυο.
Γιατί το ταχυδρομείο δεν είναι μόνο το δέμα που αγόρασες από το διαδίκτυο.
Είναι ο λογαριασμός που πρέπει να φτάσει εγκαίρως, το έγγραφο που χρειάζεται να παραδοθεί, η επιστολή που δεν χωράει σε μια ειδοποίηση στο κινητό, η συναλλαγή του ηλικιωμένου που δεν χρησιμοποιεί εφαρμογές, η ανάγκη του κατοίκου μιας απομακρυσμένης περιοχής να έχει πρόσβαση σε υπηρεσίες χωρίς να διανύει χιλιόμετρα.
Και τότε εμφανίζεται το πραγματικό ερώτημα: ποιος πληρώνει το τίμημα της αναδιοργάνωσης;
Ο πολίτης που περιμένει.
Ο επαγγελματίας που εξαρτάται από την έγκαιρη παράδοση εγγράφων ή εμπορευμάτων.
Ο μικρός επιχειρηματίας που δεν διαθέτει εναλλακτικά δίκτυα.
Ο ηλικιωμένος που βλέπει το κοντινό του κατάστημα να κλείνει και ακούει ότι μπορεί πλέον να εξυπηρετηθεί αλλού.
Το «αλλού», βέβαια, προϋποθέτει ότι μπορεί να φτάσει εκεί, ότι το νέο σημείο παρέχει την υπηρεσία που χρειάζεται και ότι η μεταφορά της εξυπηρέτησης δεν μεταφέρει απλώς και το βάρος στους ώμους του.
Ένα κατάστημα μπορεί να κλείσει με μια διοικητική απόφαση. Η ανάγκη, όμως, δεν κλείνει μαζί του.
Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό: όταν οι καθυστερήσεις γίνονται συνηθισμένες, ο πολίτης αρχίζει να προσαρμόζει τη ζωή του στην αναξιοπιστία της υπηρεσίας.
Στέλνει νωρίτερα, πληρώνει ακριβότερα, αναζητά άλλον μεταφορέα, τηλεφωνεί ξανά και ξανά, κρατά αποδείξεις, ψάχνει πού βρίσκεται ένα αντικείμενο που έχει ήδη πληρώσει για να μεταφερθεί.
Η αποτυχία της υπηρεσίας μετατρέπεται σε πρόσθετη εργασία για τον πελάτη.
Και το κόστος δεν αποτυπώνεται μόνο σε ευρώ, αλλά και σε χρόνο, ταλαιπωρία, χαμένες ευκαιρίες και κλονισμένη εμπιστοσύνη.
Αν η απάντηση σε κάθε δυσκολία είναι «χρησιμοποιήστε το διαδίκτυο», «πηγαίνετε στο συνεργαζόμενο σημείο», «αναζητήστε μια θυρίδα», τότε κάποιος πρέπει να εξηγήσει ποιος θα εξυπηρετεί εκείνον που δεν μπορεί να ακολουθήσει αυτή τη διαδρομή.
Γιατί μια δημόσια υπηρεσία δεν κρίνεται μόνο από το πόσο κοστίζει, αλλά και από το ποιον αφήνει πίσω όταν προσπαθεί να εξοικονομήσει χρήματα.
Δεν είναι απαραίτητο να διατηρηθεί κάθε κατάστημα όπως ακριβώς λειτουργούσε πριν από τριάντα χρόνια.
Είναι, όμως, απαραίτητο κάθε αλλαγή να συνοδεύεται από πραγματική δυνατότητα εξυπηρέτησης, επαρκές προσωπικό, αξιόπιστες παραδόσεις, διαφάνεια στις καθυστερήσεις και σαφή ευθύνη όταν κάτι πάει στραβά.
Διαφορετικά, δεν μιλάμε για εκσυγχρονισμό.
Μιλάμε για τη μεταφορά του προβλήματος από τον οργανισμό στον πολίτη, με τον πολίτη να πληρώνει και το κόστος και την υπομονή.
Κι έτσι φτάνουμε στην ειρωνεία της εποχής: έχουμε ψηφιακές εφαρμογές, ηλεκτρονικές αγορές, συστήματα εντοπισμού, αυτόματες θυρίδες και υπηρεσίες που υπόσχονται να καταργήσουν τις αποστάσεις. Κι όμως, ένα γράμμα μπορεί να χρειάζεται εβδομάδες για να διανύσει μια διαδρομή που στον χάρτη μοιάζει ασήμαντη.
Τόση τεχνολογία, τόση πρόοδος, τόσες υποσχέσεις και στο τέλος ο πολίτης να αναρωτιέται αν θα παραλάβει εγκαίρως αυτό που έστειλε.
Με το περιστέρι, λοιπόν;
Όχι. Το περιστέρι τουλάχιστον δεν θα μας μιλούσε για ψηφιακό μετασχηματισμό.
Θα άνοιγε τα φτερά του και θα έφευγε.
Κι αν αργούσε, θα ξέραμε τουλάχιστον ποιον να κοιτάξουμε στον ουρανό.
Το ταχυδρομείο, αντίθετα, δεν είναι ένα νοσταλγικό κατάλοιπο που δικαιούμαστε να αφήσουμε να μαραζώσει. Είναι υποδομή επικοινωνίας, οικονομικής δραστηριότητας και κοινωνικής συνοχής.
Κι όταν αυτή η υποδομή αποδυναμώνεται, δεν καθυστερούν μόνο οι φάκελοι.
Καθυστερεί η καθημερινότητα, δυσκολεύεται η εργασία, περιορίζεται η πρόσβαση και βαθαίνει η απόσταση ανάμεσα σε όσους μπορούν να αγοράσουν εναλλακτικές λύσεις και σε όσους εξαρτώνται από τη βασική υπηρεσία.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να κρατήσουμε το παρελθόν ζωντανό από συνήθεια.
Είναι να μη βαφτίσουμε το λιγότερο υπηρεσία, την αναμονή κανονικότητα και την εγκατάλειψη αναπόφευκτη πρόοδο.
Γιατί ο εκσυγχρονισμός που αξίζει το όνομά του δεν κάνει τον πολίτη να αναρωτιέται πώς θα επικοινωνήσει.
Του εξασφαλίζει ότι μπορεί.
Το ταχυδρομείο δεν χρειάζεται μνημόσυνο.
Χρειάζεται λύση.
Γιατί πρόοδος δεν είναι να κλείνεις το ταχυδρομείο.
Είναι να φτάνει το γράμμα στην ώρα του.
Αλλιώς, με το περιστέρι.
Τουλάχιστον εκείνο δεν υποσχόταν ψηφιακό μετασχηματισμό.
Παρθένα ΤΣΟΚΤΟΥΡΙΔΟΥ















