kozani banner o logos ston politi

MEDIA KALOMENIDIS 55 TIS EKATO 834PIX

PHYSIO834pix

IMG 9335

MEDIA EYKOLIDIS 55 TIS EKATO 834pix

lactationland834pix

pantelidisGIF834pix

asepop 2021 a

banner 728x90 PJC 4

spartakosBanner2

artinhouse2

3 21 Coffee3 004

musicart834pix

autodiagnosi banner 836pix 27 10 2021

 

noisis banner 836pix 2

Εισαγωγή στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο [ ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ* ]

κοζάνη, ειδήσεις, νέα, Πτολεμαΐδα Πηγή: https://www.imerodromos.gr - Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος συγκαταλέγεται στους πλέον μακρόχρονους πολέμους που γνώρισε το ελληνικό κράτος στην σύντομη ιστορία του. Κράτησε περίπου τρία ολόκληρα χρόνια.

Λέμε περίπου καθώς, όπως συμβαίνει συνήθως με τους εμφυλίους πολέμους, δεν θα μπορούσαμε εύκολα να προσδιορίσουμε μια ημερομηνία έναρξης και λήξης του αντίστοιχα. Οι κλασσικοί πόλεμοι αρχίζουν με μια νομική πράξη, την «κήρυξη του πολέμου» και τελειώνουν με μια αντίστοιχη, την ανακωχή ή τη Συνθήκη ειρήνης. Τίποτε τέτοιο δεν συμβαίνει με τους εμφυλίους πολέμους. Σε αυτούς οι κοινωνίες χωρίζονται σε στρατόπεδα που διολισθαίνουν στην πολεμική αναμέτρηση χωρίς να έχουν ανάγκη ούτε από «κήρυξη» ούτε από οποιαδήποτε άλλη πράξη νομικού χαρακτήρα. Το δε τέλος τους υπαγορεύεται από τον χαρακτήρα τους. Είναι πόλεμοι ολοκληρωτικοί όπου ο ηττημένος απλά πρέπει να εξαλειφθεί από τον εθνικό και κοινωνικό χάρτη.

Το σύνηθες -και από μερικές απόψεις «επίσημο»- ορόσημο για την έναρξη του πολέμου αναφέρεται στην επίθεση της ομάδας Υψηλάντη στον Σταθμό Χωροφυλακής και το Εκλογικό Τμήμα του Λιτοχώρου το βράδυ της παραμονής των εκλογών της 30ης Μαρτίου 1946. Πρόκειται όμως για ένα μεμονωμένο περιστατικό , προειδοποίηση ίσως ή ακόμα απάντηση στα γεγονότα της Καλαμάτας, λίγες εβδομάδες νωρίτερα, όπου το κράτος καταλύθηκε από το παρακράτος του Μαγγανά και της Χ. Στη διάρκεια του Απριλίου, του Μαίου ή και του Ιουνίου του 1946, δεν υπήρξε στρατιωτική εμπλοκή που θα μπορούσε να πιστοποιήσει την έναρξη ενός πολέμου. Ο τελευταίος, για να ξεκινήσει, χρειαζόταν ένα πολιτικό γεγονός.

Το τελευταίο ήταν η έγκριση από την «αναθεωρητική Βουλή» του Γ’ Ψηφίσματος, στις 18 Ιουνίου 1946. Το ψήφισμα όριζε ότι η κάθε δραστηριότητα που στρεφόταν εναντίον της «έννομης τάξης» -όπως αυτή είχε διαμορφωθεί στους καιρούς της «λευκής τρομοκρατίας»-  αποτελούσε ένα είδος εξωτερικής εισβολής καθώς αποσκοπούσε στην «απόσπαση μέρους εκ του όλου της ελληνικής επικράτειας».  Με το Ψήφισμα καθοριζόταν ο εχθρός και ξεκαθάριζαν τα μέσα για την αντιμετώπισή του: η προδοσία τιμωρείτο με θάνατο. Το κράτος μπορούσε πλέον να αναλάβει το ίδιο τα καθήκοντα των τρομοκρατικών παρακρατικών συμμοριών. Ο πόλεμος μπορούσε να ξεκινήσει και φυσικά, ξεκίνησε. Τον Ιούλιο του 1946 -ειδικά μετά τις πρώτες θανατικές καταδίκες και εκτελέσεις στη βάση του Γ’ Ψηφίσματος-  έχουμε τις πρώτες συγκρούσεις που παραπέμπουν σε στρατιωτική αναμέτρηση. Σε εμφύλιο πόλεμο.

Αυτός λοιπόν ο πόλεμος που δεν είχε ακριβή ημερομηνία έναρξης δεν είχε, όπως αναμενόταν, και προσδιορισμένη ημερομηνία λήξης. Καμία ανακωχή και καμία συνθήκη δεν τον σταμάτησε. Τις τελευταίες ημέρες του Αυγούστου του 1949, έπεσε ο Γράμμος, ο Δημοκρατικός Στρατός εκκένωσε τις εκεί ζώνες που κατείχε. Συγκρούσεις όμως και μάχες συνεχίστηκαν σε διάφορα σημεία της χώρας, με φθίνουσα έστω ένταση πολύ καιρό αργότερα. Ακόμα και όταν πλέον δεν είχε καμία σημασία.

Παρόλα αυτά ο εμφύλιος δεν ήταν ένας άτυπος, ένας κατ’ ευφημισμό πόλεμος, μια υπόθεση «διασάλευση της τάξης», ένας «συμμοριτοπόλεμος». Ήταν κάτι περισσότερο από πραγματικός και ως εκ τούτου ήταν κάτι περισσότερο από σκληρός. Για την ακρίβεια πρόκειται για την μεγαλύτερη -σε αριθμό στρατιωτικών θυμάτων τουλάχιστον- στρατιωτική εμπλοκή στην ιστορία του ελληνικού κράτους. Ο κυβερνητικός στρατός είχε, στη βάση των επίσημων στοιχείων του, 12.200 νεκρούς στα πεδία των μαχών[1] -σχεδόν όσους και στον επτάμηνο του ελληνο-ιταλικού και ελληνο-γερμανικού πολέμου. Σε αυτούς προστίθενται οι 2 ως 4.000 νεκροί των διαφόρων κατηγοριών της Χωροφυλακής[2]. Είναι άγνωστο το που και το εάν έχουν καταγραφεί οι απώλειες των παραστρατιωτικών σωμάτων των συμμοριών, της Χ, των ΜΑΥ, των ΜΑΔ, των ΜΕΑ, των ΤΕΑ, των «Δημοσυντήρητων»  και των συνακόλουθων.  Οι δε απώλειες στις τάξεις των τρομοκρατικών φασιστικών παρακρατικών συμμοριών που, στα 1946-1947, αποτέλεσαν τον πρώτο στόχο του Δημοκρατικού Στρατού, απλά δεν έχουν καταγραφεί πουθενά.        

Το άθροισμα των παραπάνω μεγεθών και η αναγωγή των αγνώστων αντίστοιχων με βάση τα όσα γνωρίζουμε για τη μορφή και τις συνθήκες του πολέμου -ιδιαίτερα στην πρώτη του φάση, εκείνη της αναμέτρησης του Δημοκρατικού Στρατού με τις παραστρατιωτικές συμμορίες- μπορεί ίσως να μας οδηγήσει σε ποσοτικά συμπεράσματα. Το σύνολο των στρατιωτικών ή παραστρατιωτικών απωλειών του κυβερνητικού στρατοπέδου σε όλη τη διάρκεια του Εμφυλίου πρέπει να βρίσκεται κάπου ανάμεσα στις 20 και στις 25.000 νεκρούς.

Το ζήτημα των απωλειών του Δημοκρατικού Στρατού είναι επίσης ένα μέγεθος που μένει να προσδιοριστεί. Με βάση τη μορφή του πολέμου και τις εκτιμήσεις παρατηρητών (κυρίως Αμερικανών) οι απώλειες του μάλλον είναι αντίστοιχες εκείνων του απέναντι στρατοπέδου: κάπου ανάμεσα στους 20 και στους 25.000 νεκρούς. Ο ΔΣΕ είχε σοβαρές απώλειες σε ειδικές τακτικές ή στρατηγικές ήττες του: μάχη Φλώρινας 750 περ. νεκροί, καταστροφή ΙΙΙης Μεραρχίας Πελοποννήσου, 3 με 4 χιλιάδες ίσως νεκροί. Κατά μέσο όρο όμως η «φονικότητα» (από τον όρο lethality rate) που επιδείκνυε ήταν ανώτερη από εκείνη των αντιπάλων του. Από αυτή την άποψη ο Δημοκρατικός Στρατός ήταν η πλέον αποτελεσματική στρατιωτική δύναμη στην ιστορία του ελληνικού κράτους. Οι επιδόσεις αυτές ήταν ιδιαίτερα ευδιάκριτες στις αμυντικές μάχες στο Γράμμο και στο Βίτσι, σε αιφνιδιασμούς όπως στο Καρπενήσι ή στον καθημερινό πόλεμο φθοράς.

Σε κάθε περίπτωση τα θύματα και της μίας και της άλλης πλευράς προέρχονταν από την ίδια κοινωνία και εγγράφονταν στο ίδιο ανθρώπινο δυναμικό, της Ελλάδας.  Ως προς αυτό οι απώλειες των δύο στρατοπέδων μπορούν να αθροιστούν και να μας δώσουν το εντυπωσιακό μέγεθος των 40 με 50.000 νεκρών – μιλούμε πάντα για αποκλειστικά στρατιωτικές απώλειες. Σε αυτό το επίπεδο ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος υπήρξε η πλέον αιματηρή στρατιωτική αναμέτρηση στην ιστορία του ελληνικού κράτους.  

Πολλοί ήταν οι Έλληνες που στρατεύθηκαν στις γραμμές των αντίπαλων στρατών στην μακρά διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Η κινητοποίηση του παρακράτους, η διόγκωση των δυνάμεων ασφαλείας και οι διαδοχικές επιστρατεύσεις έκαναν ώστε να ενταχθούν στις τάξεις του κυβερνητικού στρατοπέδου -με τον ένα ή τον άλλο τρόπο περισσότεροι από 400.000 άνδρες[3]. Από την άλλη πλευρά, στον Δημοκρατικό Στρατό στρατεύθηκαν σε όλη τη διάρκεια του πολέμου περισσότεροι από 150.000 άνδρες και γυναίκες. Το άθροισμα των δύο μεγεθών πλησιάζει ίσως τις 600.000 γεγονός που καθιστά την συμμετοχή στον εμφύλιο πόλεμο την πιο πολυάνθρωπη αναλογικά εμπλοκή και συμμετοχή της ελληνικής κοινωνίας σε πόλεμο.

Όσοι δεν πήραν μέρος στον πόλεμο με το όπλο στο χέρι κατέθεσαν στον βωμό του τα δικά τους βάσανα. Το κύριο χαρακτηριστικό αυτού του πολέμου ήταν η μαζική υποχρεωτική -και ενίοτε βίαιη- μετακίνηση πληθυσμών. Σε 750.000 υπολογίστηκαν οι «εκκενωθέντες» από τον κυβερνητικό στρατό πληθυσμοί των ορεινών ή απλά των «ύποπτων» περιοχών. Άλλοι εγκατέλειψαν με δική τους πρωτοβουλία τις επικίνδυνες ζώνες ανεβάζοντας τους εσωτερικούς πρόσφυγες και εκτοπισμένους σε ένα εκατομμύριο. Έναν στους επτά κατοίκους της Ελλάδας. Αυτοί εγκαταστάθηκαν στις παρυφές των πόλεων ως «συμμοριόπληκτοι» αλλάζοντας την ανθρωπογεωγραφία της χώρας. Πολλά χωριά έμειναν για πολλά χρόνια έρημα, η παραγωγικές υποδομές τους καταστράφηκαν και η ζωή σε αυτά έπρεπε να ξαναρχίσει από την αρχή. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν ξανάρχισε. Ο πόλεμος έφερε την μόνιμη παρακμή σε ευρύτατες  ζώνες της ελληνικής επικράτειας και αλλοίωσε το δημογραφικό και παραγωγικό προφίλ της χώρας.

Μερικές δεκάδες χιλιάδες πολεμιστές και άμαχοι –κοντά στις 60.000 είναι το πλέον αποδεκτό μέγεθος-  εκπατρίστηκαν ακολουθώντας τον Δημοκρατικό Στρατό στην υποχώρησή του, είτε πριν από αυτήν.

Σε αντίθεση με τις περιπτώσεις των προηγούμενων μεγάλων ευρωπαϊκών εμφυλίων πολέμων του εικοστού αιώνα, του ρωσικού (1918-1921) και του ισπανικού (1936-1939), ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος είχε κυρίως στρατιωτικές απώλειες. Τα θύματα στον ρωσικό εμφύλιο ήταν πολίτες κυρίως, σε σχέση δύο ή τρία προς ένα σε σχέση με τους στρατιωτικούς. Αυτό οφειλόταν στις τρομερές στερήσεις και τις επιδημίες που χαρακτήριζαν ετούτο τον πόλεμο καθώς και στις τοπικές «εθνοκαθάρσεις» που αποτελούσαν μέρος του σύνθετου σκηνικού. Στην Ισπανία η σχέση μεταξύ πολιτών και στρατιωτικών ως προ τα θύματα ήταν περίπου ένα προς ένα. Στην ελληνική περίπτωση οι μαζικές «τυφλές» εκτελέσεις αμάχων ήταν ελάχιστες (σε αντίθεση με την προηγούμενη περίοδο της κατοχής – ίσως γι αυτό) ενώ ήταν επίσης περιορισμένοι οι μαζικοί αεροπορικοί βομβαρδισμοί με ζώνες «αμάχων». Έτσι λοιπόν η σχέση ήταν ένα ή δύο προς πέντε υπέρ των «στρατιωτικών».

Η παραπάνω διαπίστωση δεν τοποθετούσε τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο στους «καθαρούς» πολέμους, όπου οι «κανόνες» αμβλύνουν την βαρβαρότητα και την σκληρότητα του πολέμου. Στην εδώ εξάλλου περίπτωση έπρεπε να συντριβεί το φρόνημα ενός ολόκληρου λαού και τα κληροδοτήματα μιας ηρωϊκής εποχής: της Εθνικής Αντίστασης. Αυτό δεν μπορούσε να γίνει με «ήπιες» και «πολιτισμένες» μεθόδους. Δεν μπορούσε να γίνει ούτε με τις αθρόες εκτελέσεις αγωνιστών και στελεχών, κάπου ανάμεσα στις 7 και στις 10.000, στα χρόνια εκείνα. Χρειαζόταν μια συνεκτική πολιτική αγριότητας.

*Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο του Γιώργου Μαργαρίτη, καθηγητή Σύγχρονης Ιστορίας στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

ΕΔΩ: https://www.imerodromos.gr

 

 

 

 

 

Πληροφορίες για τα cookies

Τα cookies είναι σύντομες αναφορές που αποστέλλονται και αποθηκεύονται στον σκληρό δίσκο του υπολογιστή του χρήστη μέσω του προγράμματος περιήγησης όταν αυτό συνδέεται στο Ιντερνέτ. Τα cookies μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη συλλογή και αποθήκευση δεδομένων του χρήστη όσο αυτός είναι συνδεδεμένος, για να του παράσχουν τις ζητούμενες υπηρεσίες και που ορισμένες φορές τείνουν να μην διατηρούν. Τα cookies μπορεί να είναι τα ίδια ή άλλων:

  • Technical cookies (τεχνικά cookies) που διευκολύνουν την πλοήγηση των χρηστών και τη χρήση των διαφόρων επιλογών ή υπηρεσιών που προσφέρονται από τον ιστό, όπως προσδιορίζουν τη συνεδρία, επιτρέπουν την πρόσβαση σε ορισμένες περιοχές, διευκολύνουν τις παραγγελίες & τις αγορές, συμπληρώνουν φόρμες & εγγραφές, παρέχουν ασφάλεια, διευκολύνουν λειτουργίες (βίντεο, κοινωνικά δίκτυα κλπ.).
  • Customization cookies (cookies προσαρμογής) που επιτρέπουν στους χρήστες να έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες σύμφωνα με τις προτιμήσεις τους (γλώσσα, πρόγραμμα πλοήγησης - browser, διαμόρφωση, κ.α.).
  • Analytical cookies (cookies ανάλυσης) που επιτρέπουν την ανώνυμη ανάλυση της συμπεριφοράς των χρηστών του Ιντερνέτ, επιτρέπουν την μέτρηση της δραστηριότητας του χρήστη και την ανάπτυξη προφίλ πλοήγησης για την βελτίωση των ιστότοπων.

Ως εκ τούτου, όταν έχετε πρόσβαση στον ιστότοπο μας, σύμφωνα με το Άρθρο 22 του Νόμου 34/2002 των Υπηρεσιών Κοινωνίας της Πληροφορίας, στην αναλυτική επεξεργασία των cookies ζητάμε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση τους, με σκοπό να βελτιώσουμε τις υπηρεσίες μας. Χρησιμοποιούμε την υπηρεσία του Google Analytics για τη συλλογή ανώνυμων στατιστικών πληροφοριών όπως για παράδειγμα ο αριθμός των επισκεπτών στον ιστότοπο μας. Τα cookies που προστίθενται από την υπηρεσία Google Analytics διέπονται από τις πολιτικές απορρήτου του Google Analytics. Αν επιθυμείτε μπορείτε να απενεργοποιήσετε τα cookies από το Google Analytics.

Παρακαλούμε, σημειώστε ότι μπορείτε να ενεργοποιήσετε ή απενεργοποιήσετε τα cookies σύμφωνα με τις οδηγίες του προγράμματος πλοήγησης σας (browser).