www.kozani.tv 22

PAFILIS 11 2016 WB 836x182 ANIM

Pantelidis banner 2 2022

banner3

banner4

banner1

Η υποθήκη [ του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη ]

κοζάνη, ειδήσεις, νέα, Πτολεμαΐδα Καμία δουλειά δεν είναι ντροπή, έλεγε ο πατέρας μου. Ασφαλώς και δεν είναι ντροπή, αλλά κοπέλα δεν με πλησίαζε απ’ την κωμόπολη και τα πέριξ. Όλο και κάποιον δικό της θα ’χαμε θάψει – γιαγιά, θείο, ξαδέλφη, μάνα, νουνό κτλ. Γραφείο τελετών κρατούσε ο πατέρας μου, ο μοναδικός νεκροθάφτης της περιοχής. Απ’ τα δεκατέσσερα μ’ έπαιρνε μαζί του. Τις καθημερινές στο πόδι, Σάββατο βράδυ έξοδος, Κυριακή ξεκούραση – εκτός κι αν είχαμε κάνα τυχερό. Απ’ ό,τι μ’ έβαζε να κάνω, το πλύσιμο και το μακιγιάρισμα δεν άντεχα, ειδικά στην περίπτωση των τροχαίων. Τα μάζεψα και σηκώθηκα, έφυγα.

Έπιασα διαμέρισμα. Ένα καιρό έκανα ντιλίβερι σε πιτσαρία. Φλεβάρης μήνας πάνω στο παπάκι. Τρεις γρίπες στη σειρά πέρασα εκείνο τον χειμώνα, πάω για πνευμονία, λέει ο γιατρός, αναγκάστηκα να τα παρατήσω. Σκύλιασε ο πατέρας μου, ήθελε να με γυρίσει πίσω. Βρήκα δουλειά σε σουβλατζίδικο, οχτώ ώρες ήταν η συμφωνία, δέκα και έντεκα ώρες με κρατούσαν κάθε μέρα. Ένα χρόνο άντεξα, ώσπου να βγω ταμείο. «Γυρίζεις τώρα, για δε γυρίζεις;» ρωτούσε ο άλλος.
Δυο μήνες έψαχνα δουλειά, παντού κλειστές πόρτες. Και να ’βρισκα κάτι, δεν άξιζε τον κόπο. Μισά ένσημα, απλήρωτες αργίες, ούτε τον βασικό. Πού και πού περνούσε απ’ το μυαλό μου να επιστρέψω. Να ’χω τουλάχιστον το κεφάλι μου ήσυχο, ένα κομμάτι ψωμί στο τραπέζι μου, δυο δεκάρες χαρτζιλίκι για τις βόλτες μου. Μετά θυμόμουνα τα ξεραμένα αίματα των σκοτωμένων, έτσι όπως τους έπλενα με το λάστιχο, τους σκούπιζα με την πετσέτα κι έπαιρνα την τσατσάρα ή τη βούρτσα για να τους χτενίσω. Πόσο περίεργες μού φαίνονταν εκείνες οι τρίχες που έμεναν στη χτένα. Απ’ την επομένη ξανάρχιζα το ψάξιμο.
Απ’ έναν γνωστό μου έμαθα, ότι θέλουν κόσμο. Καινούρια εταιρία, στο κέντρο της πόλης. Δουλειά γραφείου, μ’ ένα τηλέφωνο στο χέρι. Νόμιζα τίποτα διαφημίσεις για τραπεζικά δάνεια, προγράμματα κινητής τηλεφωνίας ή εμπορικά προϊόντα. Πήγα και μ’ είδαν, ακριβέστερα με άκουσαν. Καλός τους φάνηκα, με πήραν. Και βρέθηκα σε εισπρακτική εταιρεία. Οχτώ με τέσσερις κάθε μέρα, φοβέριζα τον κόσμο, να πληρώνει τα δάνειά του.
Μ’ έκαναν και σεμινάρια για δυο βδομάδες. Να ’μαι στην αρχή ευγενικός, να ’χω σταθερό τόνο, να μην καθυστερώ στις απαντήσεις, να κλιμακώνω την αυστηρότητα, να βάζω τον άλλον στη θέση του απολογούμενου, να μην του αφήνω περιθώρια να σκεφτεί, να επικαλούμαι νομικές διατάξεις, να γίνομαι όσο απειλητικός χρειάζεται, να αφήνω πάντα ένα παραθυράκι διαφυγής, να προβάλω τον τραπεζικό διακανονισμό σαν τη μόνη λύση.
Την πρώτη φορά έτρεμα σαν το ψάρι. Αποβραδίς πήρα το ακουστικό κι έκανα πρόβες μπροστά στον καθρέφτη. Έπιανα τα πιο δύσκολα σενάρια, ότι θα μ’ έπαιρνε στο χαβαλέ ο άλλος ή ότι δεν θα μασούσε, έβαζα τα δυνατά μου για να τον τρομάξω, είχα γίνει κατακόκκινος απ’ τα νεύρα. Ευτυχώς έπεσα σε καλό ανθρωπάκι. Όταν είπα  ότι θα του στείλουνε κατασχετήριο, έσπασε αμέσως. Δυο παιδιά σπουδάζει, η γυναίκα του άρρωστη, να τον λυπηθούμε. Προσπάθησα να τον καθησυχάσω. Αν φανεί συνεργάσιμος, η τράπεζα θα κάνει ό,τι μπορεί για να τον βοηθήσει. Συμφώνησε να πάει την άλλη μέρα. Αυτό ήταν, πήρα το βάπτισμα του πυρός.
Κάθε μέρα στις οχτώ ήμουν στο γραφείο. Είχα ένα μικρό έπιπλο, έναν υπολογιστή, ακουστικά, τηλέφωνο και έναν φάκελο με πενήντα διαφορετικά ονόματα κάθε φορά. Για δύο ώρες μελετούσα την κάθε περίπτωση ξεχωριστά, βασισμένος στα έγγραφα που μας έστελνε η τράπεζα για την οικογενειακή και την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη, αν χρειαζόταν έκανα αναζήτηση στο διαδίκτυο και κυρίως σε σελίδες κοινωνικής δικτύωσης, όπου σε αρκετές περιπτώσεις έβγαζα λαβράκια, απ’ τις δέκα μέχρι τις τρεις έπαιρνα τα τηλεφωνά μου και την τελευταία ώρα ενημέρωνα μια ηλεκτρονική φόρμα για τα αποτελέσματα της κάθε κλήσης με βάση τις σημειώσεις που κρατούσα, αν δηλαδή ήταν επιτυχής, ανεπιτυχής και σε εκκρεμότητα, οπότε στις δύο τελευταίες περιπτώσεις θα έπρεπε και να εξηγώ τον λόγο.
Δεν χρειάστηκε πολύ να εξοικειωθώ. Αν ήθελα να μείνω στη δουλειά, θα ’πρεπε να φορέσω την προβιά του λύκου. Δεν είχα κανένα περιθώριο για ενδοιασμούς και ευαισθησίες. Οι συνομιλίες καταγράφονταν, στα είκοσι τηλέφωνα που παίρναμε το ένα απευθυνόταν εν αγνοία μας σε ανώτερο στέλεχος της εταιρίας που υποδυότανε τον οφειλέτη. Δυο φορές με κάλεσαν για συστάσεις, τη μια γιατί δεν ήμουν όσο πιεστικός θα έπρεπε και την άλλη γιατί δεν είχα ακριβή εικόνα για την οικονομική κατάσταση του συνομιλητή μου. Την τρίτη ήξερα ότι θα καιγόμουν, αυτή ήταν η πολιτική της εταιρίας. Αποφάσισα να μην έχει για μένα τρίτη.
Πάρε την ανάγκη, βάλε την μαζί με τη συνήθεια, συμπλήρωσε την με αρκετό έλεγχο, κι έχεις την τέλεια συνταγή του κυνισμού. Δεν ήταν άνθρωποι αυτοί με τους οποίους συνομιλούσα, «νούμερα» ήταν, άγνωστες φωνές στην άλλη άκρη του καλωδίου, χωρίς μάτια, χέρια, μαλλιά. Θα μπορούσα βέβαια να σχημάτιζα τη μορφή τους με βάση τη φωνή, την ηλικία τους ή και κάποιες φωτογραφίες που υπήρχαν στο φάκελο ή στο διαδίκτυο, αλλά δεν ωφελούσε. Άντρες, γυναίκες, μικροί ή μεγάλοι ήταν για μένα παθολογικοί ψεύτες, ανεπρόκοποι τεμπέληδες, σπάταλοι και κυρίως ασυνεπείς στις οφειλές τους.
Με το που σήκωνα το τηλέφωνο και σχημάτιζα το νούμερο, άκουγα τον εαυτό μου να μιλάει και δεν πίστευα στα αυτιά μου. Είναι ασύλληπτη η ποικιλία του θράσους που μπορεί κανείς να αναπτύξει, αν έχει την εξουσία, την αναλγησία και τον λόγο για να το κάνει. Τρομαγμένα ανθρωπάκια οι πιο πολλοί, επί ξύλου κρεμάμενοι, τους είχα του χεριού μου. Μ’ άρεσε να τεντώνω ή να αμβλύνω τους φόβους τους, να υποστηρίζω ή να διαψεύδω τις ελπίδες τους και σε κάθε περίπτωση να χειραγωγώ άλλοτε με το καλό και άλλοτε με το κακό τη σκέψη τους. Μια φορά να ανέβαζα τη φωνή μου ή μια φορά να γλύκαινα τον τόνο μου, κάνανε σαν μαθητούδια του δημοτικού, κι ας ήταν σαράντα, εξήντα και εβδομήντα χρονών άνθρωποι.
Το πιο μεγάλο χάζι το ’κανα με τους κατ’ επάγγελμα κι όχι εξ ανάγκης κακοπληρωτές. Αυτούς δηλαδή που ’χαν αλλά δεν πλήρωναν, με την ελπίδα ότι σε κάποια ρύθμιση θα μπορούσαν να τρυπώσουν, όλο κι ένα μέρος απ’ το αρχικό κεφάλαιο του δανείου συν τους τόκους θα κατάφερναν να γλιτώσουν. Αυτοί κατά κανόνα ήταν και οι πιο προκλητικοί απ’ όλους, μιλούσαν, έβριζαν, έκλειναν το τηλέφωνο, ζητούσαν τον λόγο της ενόχλησης, δεν σήκωναν μύγα στο σπαθί τους. Μια, δυο, τρεις, είδα και απόειδα, άρχισα να ψάχνω πλάγιους τρόπους. Σε μια περίπτωση, θα το πω, πήρα τηλέφωνο στον πατέρα του οφειλέτη, στην άλλη πήρα στην γκόμενα και στην τρίτη κατασκεύασα ψεύτικο προφίλ στο FB και τον τρέλανα στα ειρωνικά σχόλια κάθε φορά που έπεφτα σε φωτογραφία του με ακριβά αυτοκίνητα, ταξίδια στο εξωτερικό και πεντάστερα ξενοδοχεία. Αργά ή γρήγορα έπαιρναν το μήνυμα και συμβιβάζονταν.
Αν κάπου ζοριζόμουν ήταν με τους ηλικιωμένους και με τους αρρώστους. Δεν μου πήγαινε η καρδιά μ’ αυτό το αγχωτικό πρέσινγκ. Είχα παππούδες και γιαγιάδες που ψάχνανε άνθρωπο για να μιλήσουν, που ’ταν κατάκοιτοι μ’ άνοια, με καρκίνο, που δεν είχαν έναν άνθρωπο να τους νοιαστεί, πέντε ευρώ για να αγοράσουνε τα φάρμακά τους. Έπαιρνα εγώ κι έλεγα για την γκαρσονιέρα τους που ήταν σε υποθήκη ή που μπήκανε εγγυητές πριν από εφτά χρόνια στο δάνειο της κόρης τους. «Εδώ είναι το σπίτι μου» είπε ένας «παίρνεις το σπίτι μου, παίρνεις τη ζωή μου», όσες φορές κι αν του τηλεφωνούσα τον ίδιο διάλογο είχαμε. «Σε τρεις μέρες θα σας ξανακαλέσω», του ’πα την τελευταία φορά, «κάτι πρέπει να γίνει, κάτι πρέπει να κάνετε, από βδομάδα ξεκινάει η διαδικασία της κατάσχεσης» τον απείλησα. «Τι είπατε;» με ρώτησε. Δεν του απάντησα. Ήθελα να τον αφήσω με την αγωνία.
Τον παίρνω σε τρεις μέρες, βγαίνει ο τηλεφωνητής. Ξαναπαίρνω το σηκώνει μια κοπέλα, λέει ότι είναι ανιψιά του. «Ο ίδιος;» τη ρωτώ. «Ο ίδιος» απαντά «βρέθηκε νεκρός πριν από δύο μέρες. Έγραψε ο γιατρός για παθολογικά αίτια, αλλά δίπλα στο κομοδίνο του ήταν άδειες δυο συσκευασίες με υπνωτικά». Έμεινα με το τηλέφωνο στο αυτί. Ήταν το τέταρτο μόλις τηλεφώνημα, αλλά τη μέρα εκείνη δεν ξανακάλεσα κανέναν.
Όλο το σαββατοκύριακο μ’ έτρωγαν οι τύψεις. Εγώ το ’φαγα το ανθρωπάκι. Τηλεφώνησα σε έναν παλιότερο συνάδελφο. Μια συμβουλή για να μου δώσει, κάτι να μου πει. Γέλασε όταν του εξήγησα τι έγινε. 
Δευτέρα πρωί σηκώνω το ακουστικό, σχηματίζω το νούμερο, έστω κι αν δεν υπήρχε κανείς για να απαντήσει. «Συγχώρα με αν παρέλειψα να σου το πω, ξέρεις καμία κατάσχεση δεν θα ξεκινούσε άμεσα, το σπίτι θα μπορούσες να το σώσεις. Αλλά έφταιξες εσύ, που ήσουνα φτωχός, έφταιξα κι εγώ που ’χα την ανάγκη τους. Κακός συνδυασμός, δεν νομίζεις; Εσύ πέθανες, εγώ μιλώ στον τηλεφωνητή σου, το σπίτι θα το βγάλουν τελικά στο σφυρί, εμένα θα με διώξουν, η εταιρία θα συνεχίσει να υπάρχει, η τράπεζα θα συνεχίζει να στέλνει κατασχετήρια».
Με απέλυσαν. Κατέβασα το κεφάλι, γύρισα άρον άρον στον πατέρα μου. Δεν ξέρω αν πρόσεξε κάτι στο βλέμμα μου, αλλά δεν βγήκε να πανηγυρίσει για την επιστροφή μου. Στην παραβολή του ασώτου δεν είχα καμιά όρεξη να υποδυθώ εγώ τον άσωτο. Ούτε ντιλιβεράς ούτε σε γυράδικο ούτε σε εισπρακτική εταιρεία δεν είμαι πια. Ένας απλός νεκροθάφτης είμαι, άψυχα σώματα, στραπατσαρισμένους νεκρούς φροντίζω. Αν έμαθα κάτι στα χρόνια που έλειψα είναι να το κάνω με μεγαλύτερη αφοσίωση. Πονάνε, οδύρονται, υποφέρουν, διαλύονται οι άνθρωποι όσο είναι στη ζωή, ας έχουν τη φροντίδα που αξίζουν έστω και μετά θάνατον. Καλώς-κακώς, έτσι το νιώθω πλέον.
 
Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης
 
 
 

Δημοφιλή νέα...

Πληροφορίες για τα cookies

Τα cookies είναι σύντομες αναφορές που αποστέλλονται και αποθηκεύονται στον σκληρό δίσκο του υπολογιστή του χρήστη μέσω του προγράμματος περιήγησης όταν αυτό συνδέεται στο Ιντερνέτ. Τα cookies μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη συλλογή και αποθήκευση δεδομένων του χρήστη όσο αυτός είναι συνδεδεμένος, για να του παράσχουν τις ζητούμενες υπηρεσίες και που ορισμένες φορές τείνουν να μην διατηρούν. Τα cookies μπορεί να είναι τα ίδια ή άλλων:

  • Technical cookies (τεχνικά cookies) που διευκολύνουν την πλοήγηση των χρηστών και τη χρήση των διαφόρων επιλογών ή υπηρεσιών που προσφέρονται από τον ιστό, όπως προσδιορίζουν τη συνεδρία, επιτρέπουν την πρόσβαση σε ορισμένες περιοχές, διευκολύνουν τις παραγγελίες & τις αγορές, συμπληρώνουν φόρμες & εγγραφές, παρέχουν ασφάλεια, διευκολύνουν λειτουργίες (βίντεο, κοινωνικά δίκτυα κλπ.).
  • Customization cookies (cookies προσαρμογής) που επιτρέπουν στους χρήστες να έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες σύμφωνα με τις προτιμήσεις τους (γλώσσα, πρόγραμμα πλοήγησης - browser, διαμόρφωση, κ.α.).
  • Analytical cookies (cookies ανάλυσης) που επιτρέπουν την ανώνυμη ανάλυση της συμπεριφοράς των χρηστών του Ιντερνέτ, επιτρέπουν την μέτρηση της δραστηριότητας του χρήστη και την ανάπτυξη προφίλ πλοήγησης για την βελτίωση των ιστότοπων.

Ως εκ τούτου, όταν έχετε πρόσβαση στον ιστότοπο μας, σύμφωνα με το Άρθρο 22 του Νόμου 34/2002 των Υπηρεσιών Κοινωνίας της Πληροφορίας, στην αναλυτική επεξεργασία των cookies ζητάμε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση τους, με σκοπό να βελτιώσουμε τις υπηρεσίες μας. Χρησιμοποιούμε την υπηρεσία του Google Analytics για τη συλλογή ανώνυμων στατιστικών πληροφοριών όπως για παράδειγμα ο αριθμός των επισκεπτών στον ιστότοπο μας. Τα cookies που προστίθενται από την υπηρεσία Google Analytics διέπονται από τις πολιτικές απορρήτου του Google Analytics. Αν επιθυμείτε μπορείτε να απενεργοποιήσετε τα cookies από το Google Analytics.

Παρακαλούμε, σημειώστε ότι μπορείτε να ενεργοποιήσετε ή απενεργοποιήσετε τα cookies σύμφωνα με τις οδηγίες του προγράμματος πλοήγησης σας (browser).

Διαβάστε επίσης...

x

PAFILIS 001