Το Ιστορικό Παράδοξο του «Όχι»: Ανάμεσα στη Δαντική Ανάγκη και το Καβαφικό Ιδεώδες... (γράφει ο Βαγγέλης Χατζηαλεξίου Δάσκαλος)
Το Ιστορικό Παράδοξο του «Όχι»: Ανάμεσα στη Δαντική Ανάγκη και το Καβαφικό Ιδεώδες...
---------------
Κάθε χρόνο, η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου μας επιστρέφει στην ίδια οικεία τελετουργία. Ανάμεσα σε σχολικές γιορτές, καταθέσεις στεφάνων και τον απόηχο των μαθητικών παρελάσεων, η ημερομηνία αυτή έχει σταθεροποιηθεί στη συλλογική μας μνήμη ως ένας αυθόρμητος θρίαμβος απέναντι στον ολοκληρωτισμό. Συχνά ορίζουμε την Ιστορία ως την επιστήμη που μελετά το παρελθόν για να κατανοήσουμε το παρόν και να σχεδιάσουμε το μέλλον. Όμως αυτός ο ορισμός παραμένει ελλιπής αν δεν τονιστεί κάτι βασικό: η Ιστορία δεν είναι η βεβαιότητα που προκύπτει εκεί που συναντιούνται οι ατελείς μνήμες με τις ατεκμηρίωτες επαναλήψεις. Δεν είναι ένα καταφύγιο έτοιμων απαντήσεων, αλλά ένας φάρος που φωτίζει τις σκιές του παρελθόντος για να προσεγγίζουμε την αλήθεια(δηλαδή την άρση της λήθης).
Μια τέτοια σκιά, μια ιδιότυπη ιστορική λεπτομέρεια που συχνά προσπερνάμε υπό το βάρος των ατεκμηρίωτων επαναλήψεων, αφορά το ίδιο το εγχώριο καθεστώς της εποχής εκείνης, το οποίο, παρά τη δομή και την πειθαρχία που είχε δανειστεί από τα ευρωπαϊκά πρότυπα της περιόδου, οδηγήθηκε σε σύγκρουση με έναν ιδεολογικά συγγενή εισβολέα.
Αυτή η εσωτερική αντίφαση σπάνια φωτίζεται επαρκώς από τις επετειακές αναλύσεις. Ίσως γιατί η απάντηση δεν κρύβεται στα αρχεία των διπλωματών, αλλά στις σελίδες ενός ποιήματος που γράφτηκε πολύ πριν τον πόλεμο.
Το 1899, ο Κωνσταντίνος Καβάφης γράφει ένα από τα πιο εμβληματικά του έργα, εμπνευσμένο από τον στίχο του Δάντη στην Κόλαση (Inferno, III, 60) για τον άνθρωπο που έκανε τη μεγάλη άρνηση από δειλία: «che fece per viltade il gran refusal».
Che fece .... il gran rifiuto
Σὲ μερικοὺς ἀνθρώπους ἔρχεται μiὰ μέρα
ποὺ πρέπει τὸ μεγάλο Ναὶ ἢ τὸ μεγάλο Ὄχι
νὰ πούνε. Φανερώνεται ἀμέσως ὅποιος τὄχει
ἕτοιμο μέσα του τὸ Ναὶ, καὶ λέγοντάς το πέρα
πηγαίνει στὴν τιμὴ καὶ στὴν πεποίθησί του.
Ὁ ἀρνηθεὶς δὲν μετανοιώνει. Ἂν ρωτιούνταν πάλι,
ὄχι θὰ ξαναέλεγε. Κι ὅμως ἐκεῖνο τὸ ὄχι —
τὸ σωστό — τὸν καταβάλλει στὸν ὑπόλοιπο βίο του.
Στο ποίημα αυτό, ο Αλεξανδρινός (ποιητής) επιχειρεί μια ευφυή ανατροπή. Αφαιρεί τη δαντική φράση «per viltade» (από δειλία) και μετατρέπει την άρνηση στην ύψιστη πράξη ηθικής καθαρότητας. Για τον Καβάφη, εκείνος που λέει το «Όχι» ξέρει ότι η απόφασή του θα του κοστίσει, αλλά δεν μετανιώνει, διότι παραμένει πιστός στην αξιοπρέπειά του.
Η ιστορία του '40, ωστόσο, μοίρασε τους ρόλους του Δάντη και του Καβάφη με έναν τρόπο πολύ πιο σύνθετο από όσο επιτρέπει η απλοποιημένη εκδοχή των γεγονότων. Αν κοιτάξει κανείς το παρασκήνιο της εποχής κάτω από το φως του φάρου της Ιστορίας, η περίφημη απάντηση της ελληνικής πολιτικής κορυφής στο ξένο τελεσίγραφο–το διπλωματικό «Alors, c'est la guerre»–δεν ήταν μια επιλογή ιδεολογικής ρήξης. Η τότε κυβέρνηση είχε επιδιώξει με κάθε τρόπο την ουδετερότητα, φτάνοντας στο σημείο να αποσιωπήσει την ταυτότητα του υποβρυχίου που τορπίλισε το καταδρομικό Έλλη τον Δεκαπενταύγουστο, προκειμένου να αποφύγει την εμπλοκή, παρόλο που τα πολεμικά δεδομένα επέβαλλαν την άμεση αντίδραση.
Όταν όμως έφτασε το τελεσίγραφο, τα περιθώρια είχαν εξαντληθεί. Η στρατηγική σύνδεση της χώρας με το ισχυρό γεωπολιτικό πλαίσιο της εποχής και η απόλυτη εξάρτηση από τον συμμαχικό στόλο καθιστούσαν οποιοδήποτε «Ναι» στον εισβολέα ισοδύναμο με άμεση εσωτερική κατάρρευση και ξένη επέμβαση. Η άρνηση της εξουσίας, επομένως, είχε μια δαντική διάσταση: ήταν μια απόφαση εγκλωβισμού και ανάγκης, που υπαγορεύτηκε από το βάρος των περιστάσεων και τον φόβο των συνεπειών για την επιβίωσή της.
Η μεταπολεμική περίοδος, ωστόσο, είχε ανάγκη από μια ομοιογενή αφήγηση. Για να γεφυρωθούν τα εσωτερικά χάσματα και να ενσωματωθεί εκείνη η σκοτεινή πολιτική περίοδος στη συνέχεια του κράτους, η επίσημη ιστοριογραφία δανείστηκε την καβαφική εκδοχή του «Όχι». Μετέτρεψε μια διπλωματική και στρατιωτική αναγκαιότητα σε μια αφηρημένη, ιδεαλιστική «εθνική αρετή», μεταφέροντας την ηθική καθαρότητα της άρνησης στην πολιτική κορυφή.
Όμως, η πραγματική δικαίωση του Καβάφη δεν ανήκε στην ηγεσία, αλλά στην κοινωνία. Ήταν ο ελληνικός λαός εκείνος που, αγνοώντας τις γεωπολιτικές ισορροπίες και το παρασκήνιο των συμμαχιών, πήρε εκείνη την απάντηση ανάγκης και τη μετέτρεψε ακαριαία σε υπαρξιακή στάση αξιοπρέπειας. Οι άνθρωποι που έφυγαν για το μέτωπο ήταν οι μόνοι που λειτούργησαν καβαφικά: γνώριζαν ότι αυτό το «Όχι» θα τους κατέβαλλε –με τίμημα την Κατοχή και την καταστροφή– αλλά αν ρωτιούνταν ξανά, το ίδιο θα επέλεγαν.
Το να προσεγγίζουμε το παρελθόν έξω από τις ατελείς μνήμες δεν μειώνει το μέγεθος του 1940. Αντίθετα, το εξυψώνει. Μας θυμίζει ότι οι αποφάσεις της εξουσίας μπορεί να υπαγορεύονται από τη δαντική ανάγκη των πραγμάτων, αλλά η ιστορία αποκτά το ευγενικό της νόημα μόνο όταν μπολιάζεται από την καβαφική ψυχή των ανθρώπων.
Χρόνια καλά και πολλά!!! Βαγγέλης Χατζηαλεξίου Δάσκαλος (Π.Ε 70)














